φαίνομαι


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
φαίνομαι look
  be visible
  seem
  appear
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
look vi (+ adj: appear)φαίνομαι ρ συνδ
  (καθομιλουμένη, λόγιο)δείχνω ρ συνδ
 He looked tired when he arrived last night.
 Όταν γύρισε χθες το βράδυ φαινόταν κουρασμένος.
 Όταν γύρισε χθες το βράδυ έδειχνε κουρασμένος.
look vi (seem to be)φαίνομαι ρ συνδ
  (καθομιλουμένη)δείχνω, μοιάζω ρ συνδ
 He looks sick.
 Φαίνεται (or: Μοιάζει) άρρωστος.
show vi (be seen)φαίνομαι ρ αμ
  γίνομαι ορατός ρ έκφρ
  (ανεπίσημο)σκάω ρ αμ
 The flowers started to show.
show vi (emotion: be evident)φαίνομαι ρ αμ
  είμαι φανερός ρ έκφρ
 He was upset and it showed.
show vi (be visible)φαίνομαι ρ αμ
 The spot showed on her shirt.
seem vi (aspect, appear) (δίνω την εντύπωση)φαίνομαι ρ αμ
 She seems tired, but I'm not sure. I seem to have lost my wallet.
 Φαίνεται κουρασμένη, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Μου φαίνεται το έχασα το πορτοφόλι μου.
seem vi (be probable) (είναι πιθανό)φαίνομαι ρ αμ
 It seems to be true that they are on vacation.
 Φαίνεται ότι είναι πραγματικά σε διακοπές.
strike [sb] as [sth] vtr + conj (give the impression)δίνω την εντύπωση περίφρ
  φαίνομαι ρ αμ
 His attitude really struck me as strange.
appear to be doing [sth] v expr ([sth]: seem) (να κάνω κτ)φαίνομαι ρ αμ
 The rain appears to be easing off.
appear vi (come into view)εμφανίζομαι, φαίνομαι ρ αμ
Σχόλιο: αόρ. εμφανίστηκα, φάνηκα
 At last, they appeared at the far end of the beach.
 Τελικά, εμφανίστηκαν (or: φάνηκαν) στην άλλη άκρη της παραλίας.
appear vi (with an adj: look)μοιάζω, φαίνομαι ρ συνδ
 The moon appeared huge through her telescope.
 Το φεγγάρι έμοιαζε (or: φαινόταν) τεράστιο από το τηλεσκόπιό της.
picture vtr (shown, depicted) (κάτι/κάποιον άλλο)απεικονίζω ρ μ
  δείχνω, παρουσιάζω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)απεικονίζομαι ρ αμ
  φαίνομαι, παρουσιάζομαι ρ αμ
 They were pictured sitting in the meadow.
 Απεικονίζονταν καθισμένοι σε ένα λιβάδι.
 Η εικόνα τους δείχνει να κάθονται σε ένα λιβάδι.
emerge vi (become visible)προβάλλω, φαίνομαι, αναδεικνύομαι ρ αμ
  (μεταφορικά)αναδύομαι, ξεπροβάλλω ρ αμ
 The clouds parted and the sun emerged.
show vi informal (woman: be visibly pregnant)φαίνομαι έγκυος περίφρ
  φαίνεται η κοιλιά μου περίφρ
  φαίνεται ότι είμαι έγκυος περίφρ
 Sally is fifteen weeks pregnant now and she's starting to show.
outguess [sb] vtr (outwit, second-guess)ξεπερνώ σε εξυπνάδα, φαίνομαι πιο έξυπνος
  (λόγω εξυπνάδας)υπερνικώ ρ μ
  υπερτερώ ρ αμ
feel like v expr (seem likely)φαίνομαι ότι έκφρ
 It feels like it's going to rain.
make [sb] look skinny vtr (give [sb] the appearance of being thin) (εγώ ο ίδιος)δείχνω αδύνατος, φαίνομαι αδύνατος ρ έκφρ
  (κάποιον άλλο)κάνω κπ να δείχνει αδύνατος, κάνω κπ να φαίνεται αδύνατος περίφρ
  (μεταφορικά: κάποιον)αδυνατίζω ρ μ
  (μτφ, καθομ: κάποιον)κόβω ρ μ
 She wears tight black dresses to make herself look skinny.
 * Αυτή η φούστα σε αδυνατίζει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
 * Αυτή η φούστα σε κόβει πολύ, δείχνεις σαν να έχεις χάσει 5 κιλά.
seem to be [sth] vtr phrasal insep (appear)φαίνομαι, δείχνω ρ αμ
 The pipes seem to be in good repair. The patient seemed to be in good health, with a healthy glow in his cheeks.
 Οι σωλήνες φαίνονται (or: δείχνουν) να είναι επισκευασμένοι σωστά. Ο ασθενής φαινόταν να είναι καλά στην υγεία του και είχε μια υγιή λάμψη στα μάγουλα.
look good v expr (seem appealing)φαίνομαι καλός, φαίνομαι ενδιαφέρον ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Those waves look good for surfers.
look like vi + prep informal (appear that)δείχνω, φαίνομαι, συνιστώ ρ αμ
 It looks like we'll have to cancel our holiday.
 Φαίνεται ότι θα πρέπει να ακυρώσουμε τις διακοπές μας.
look like [sth] vi + prep informal (indicate)δείχνω, φαίνομαι, συνιστώ ρ αμ
 It's beginning to look like rain.
 Αρχίζει να δείχνει ότι θα βρέξει.
brace up vi phrasal (ready yourself)προετοιμάζομαι ρ αμ
  φαίνομαι δυνατός ρ έκφρ
come in handy v expr informal (prove useful)χρειάζομαι ρ αμ
  φαίνομαι χρήσιμος ρ έκφρ
 I always keep paper clips in my wallet; you never know when they'll come in handy.
 Έχω πάντα συνδετήρες στην τσάντα μου, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστούν.
 Έχω πάντα συνδετήρες στην τσάντα μου, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα φανούν χρήσιμοι.
come into focus v expr figurative (become clear)φαίνομαι καθαρά, φαίνομαι ξεκάθαρα ρ αμ + επίρ
  γίνομαι εμφανής ρ έκφρ
  γίνομαι φανερός ρ έκφρ
  φανερώνομαι ρ αμ
Σχόλιο: Η ρηματική έκφραση «γίνομαι φανερός» χρησιμοποιείται περισσότερη στην καθομιλουμένη από τη ρηματική έκφραση «γίνομαι εμφανής».
 When he started asking me for money, his true intentions came into focus.
look fat vi (appear overweight)φαίνομαι χοντρός ρ έκφρ
 Darling, does this dress make me look fat?
seem in order v expr (appear to be correct)φαίνομαι σωστός, μοιάζω σωστός, δείχνω σωστός περίφρ
  φαίνομαι ορθός περίφρ
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται συνήθως σε τρίτο πρόσωπο.
 * Η λύση της εξίσωσης φαίνεται σωστή αν και δεν χρησιμοποίησες τη μέθοδο που σας δίδαξα.
stand [sb] in good stead v expr (be useful or beneficial to [sb])φαίνομαι χρήσιμος σε κπ ρ έκφρ
  είμαι πολύτιμος για κπ ρ έκφρ
  (μεταφορικά)βγάζω κπ ασπροπρόσωπο έκφρ
 This car should stand you in good stead for ten years or so.
 Αυτό το αυτοκίνητο θα σου φανεί χρήσιμο για δέκα χρόνια ή κάτι τέτοιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση φαίνομαι στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'φαίνομαι'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης