φορτώνω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
φορτώνω load
  charge
  get angry
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
charge [sth] with [sth] vtr + prep (load) (κάτι με κάτι)φορτώνω ρ μ
  (κκ/κτ έχει φορτωθεί με κτ)είμαι φορτωμένος ρ έκφρ
 The lorry was fully charged with electrical goods and could hold no more.
 Είχαν φορτώσει το φορτηγό πλήρως με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό και δεν άντεχε άλλο.
burden [sth] with [sth] vtr (load) (κάτι με κάτι άλλο)φορτώνω ρ μ
 They burdened the truck with even more weight.
burden [sb] vtr figurative (add pressure, worry) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
  επιβαρύνω ρ μ
 I never tell you my worries because I don't want to burden you.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε φορτώνω.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε επιβαρύνω.
stick [sb] with [sth] vtr (lumber: with [sth] disagreeable) (κάτι σε κάποιον)φορτώνω ρ μ
 His friends stuck him with the dinner bill.
 Οι φίλοι του του φόρτωσαν το λογαριασμό.
pack [sth] vtr (load into a car)φορτώνω ρ μ
 I need to pack the suitcases in the car before we go.
load [sth] vtr (fill)φορτώνω ρ μ
load [sb] with [sth] vtr figurative (burden) (μτφ: κάποιον με κάτι)φορτώνω ρ μ
 The managers loaded his employees with projects.
 Οι διευθυντές φόρτωσαν τους υπαλλήλους με εργασίες.
load [sth] with [sth] vtr (supply in abundance) (μτφ: κάτι με κάτι)φορτώνω ρ μ
 The spring rains loaded the trees with fruit.
 Οι ανοιξιάτικες βροχές φόρτωσαν τα δέντρα με φρούτα.
load vi (take on cargo)φορτώνω ρ αμ
 Trucks must pull up to the dock to load.
 Τα φορτηγά πρέπει να μεταβούν στην προβλήτα για να φορτώσουν.
load vi (take on passengers) (καθομιλουμένη)φορτώνω ρ αμ
  επιβιβάζω ρ αμ
 The ship is loading at the pier.
 Το πλοίο φορτώνει (or: επιβιβάζει) στην προβλήτα.
lade vtr rare (load, fill)φορτώνω ρ μ
  γεμίζω ρ μ
overtax [sb] vtr figurative (burden)φορτώνω ρ μ
  επιβαρύνω ρ μ
pin [sth] on [sb] vtr + prep figurative, informal (blame) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
 I didn't break the glass; don't try to pin that on me.
 Δεν έσπασα εγώ το ποτήρι, μην πας να μου το φορτώσεις.
tee [sb] off vtr phrasal sep US, slang (anger, annoy)νευριάζω, τσαντίζω ρ μ
  (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
 It always tees me off when she corrects my grammar. The way some politicians act really tees me off.
 Πάντα με νευριάζει (or: τσαντίζει) όταν διορθώνει τη γραμματική μου. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται κάποιοι πολιτικοί με νευριάζει.
lay [sth] on [sb] vtr (blame, stress: assign) (ευθύνες κλπ σε κάποιον)επιρρίπτω ρ μ
  (κάτι σε κπ/κτ)αποδίδω ρ μ
  (καθομιλουμένη, ευθύνες)ρίχνω, φορτώνω ρ μ
 He would usually lay the blame on his sister.
 Συνήθως επέρριπτε τις ευθύνες στην αδερφή του.
 * Συνήθως απέδιδε το άγχος του σε έλλειψη ύπνου.
 Συνήθως έριχνε (or: φόρτωνε) τις ευθύνες στην αδερφή του.
heap [sth] on [sb] vtr figurative, informal ([sb]: overburden) (κάποιον)φορτώνω, πνίγω ρ μ
pin [sth] on [sb] v figurative, informal (prove [sb] is guilty of [sth])αποδίδω το φταίξιμο σε κάποιον άλλο ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τα φορτώνω σε κάποιον άλλο ρ μ
see red vi figurative (get very angry)εξοργίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τα παίρνω, φορτώνω, αρπάζομαι, τσιτώνω, φουντώνω ρ αμ
burden with debt vtr (cause to owe a lot of money)φορτώνω χρέη ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
dump [sth] on [sb] vtr + prep figurative, slang (responsibility: offload) (αργκό)φορτώνω ευθύνες/βάσανα
 Don't try to dump all your work on me -- do it yourself!
get pissed vi US, slang (become angry)νευριάζω, τσαντίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τα παίρνω, φορτώνω έκφρ
 If you don't stop nagging me I'm going to get really pissed.
saddle [sb] with [sth],
saddle [sb] with [sb]
vtr
informal, figurative, often passive (burden) (μεταφορικά)φορτώνω, ζαλώνω ρ μ
 I've been saddled with my little sister all weekend.
 Μου φόρτωσαν τη μικρή μου αδερφή για ολόκληρη την εβδομάδα.
boot up vi phrasal (computer: start) (Η/Υ)ανοίγω, φορτώνω,μπουτάρω ρ αμ
flip out vi phrasal slang (lose one's temper) (αργκό)φορτώνω, τσαντίζομαι, φρικάρω ρ αμ
  τα παίρνω, μου ανάβουν τα λαμπάκια έκφρ
 She is so volatile; it takes the slightest little thing to make her flip out.
flip out vi phrasal slang (have a mental breakdown) (αργκό)φορτώνω, τσαντίζομαι, φρικάρω ρ αμ
  τα παίρνω, μου ανάβουν τα λαμπάκια έκφρ
 I am flipping out right now about the twenty-five page paper I have due tomorrow.
load [sth] up vtr phrasal sep (charge, fill)φορτώνω, γεμίζω ρ μ
pass the buck v expr slang, figurative (put blame on [sb] else) (καθομιλουμένη)ρίχνω το φταίξιμο αλλού φρ
  ρίχνω το φταίξιμο σε άλλον φρ
  (μεταφορικά)τα φορτώνω σε άλλον έκφρ
 He never admits to his mistakes at work but always passes the buck instead.
load [sth] onto [sth],
load [sth] into [sth]
vtr + prep
(put: [sth] to be transported)φορτώνω σε ρ μ + πρόθ
 They loaded the goods into the delivery truck.
 Φόρτωσαν τα προϊόντα στο φορτηγό διανομής.
load [sth] with [sth] vtr + prep (fill with [sth])φορτώνω με ρ μ + πρόθ
 We loaded the wheelbarrow with bricks.
 Φορτώσαμε το καρότσι με τούβλα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση φορτώνω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'φορτώνω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης