φορτώνω


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
φορτώνω load
  charge
  get angry
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
get wound up v expr figurative, slang (become annoyed) (αργκό)τσιτώνω, μπριζώνω, φορτώνω ρ αμ
  τα παίρνω φρ
 Jason gets very wound up whenever I mention the incident.
flip out vi phrasal slang (lose your temper) (αργκό)φορτώνω, τσαντίζομαι, φρικάρω ρ αμ
  τα παίρνω, μου ανάβουν τα λαμπάκια έκφρ
 She is so volatile; it takes the slightest little thing to make her flip out.
lade vtr rare (load, fill)φορτώνω ρ μ
  γεμίζω ρ μ
load [sth] up vtr phrasal sep (charge, fill)φορτώνω, γεμίζω ρ μ
 We loaded up the car and set off for the beach.
load [sth] up with [sth] v expr (fill with [sth] to be transported)φορτώνω ρ μ
 I loaded up the shopping cart with groceries.
get pissed vi US, slang (become angry)νευριάζω, τσαντίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τα παίρνω, φορτώνω έκφρ
 If you don't stop nagging me I'm going to get really pissed.
boot up vi phrasal (computer: start) (Η/Υ)ανοίγω, φορτώνω,μπουτάρω ρ αμ
flip out vi phrasal slang (have a mental breakdown) (αργκό)φορτώνω, τσαντίζομαι, φρικάρω ρ αμ
  τα παίρνω, μου ανάβουν τα λαμπάκια έκφρ
 I am flipping out right now about the twenty-five page paper I have due tomorrow.
lay [sth] on [sb] vtr (blame, stress: assign) (ευθύνες κλπ σε κάποιον)επιρρίπτω ρ μ
  (κάτι σε κπ/κτ)αποδίδω ρ μ
  (καθομιλουμένη, ευθύνες)ρίχνω, φορτώνω ρ μ
 He would usually lay the blame on his sister.
 Συνήθως επέρριπτε τις ευθύνες στην αδερφή του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Συνήθως απέδιδε το άγχος του σε έλλειψη ύπνου.
 Συνήθως έριχνε (or: φόρτωνε) τις ευθύνες στην αδερφή του.
clutter [sth] vtr (make messy) (ανάκατα πράγματα)γεμίζω ρ μ
  φορτώνω ρ μ
  (αλλάζω θέση)ανακατεύω ρ μ
  (πιο γενικά)κάνω κτ άνω κάτω έκφρ
 Don't clutter my desk with your paperwork!
overwhelm [sb] vtr often passive (overburden) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
  (μτφ: εγώ ο ίδιος)είμαι φορτωμένος ρ έκφρ
  (μτφ: εγώ ο ίδιος)πνίγομαι σε κτ έκφρ
 Maggie is overwhelmed with work at the moment.
get worked up v expr informal (be annoyed, excited) (αρνητικό συναίσθημα)εκνευρίζομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τσαντίζομαι ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)φορτώνω ρ αμ
  (θετικό συναίσθημα)ανυπομονώ, ενθουσιάζομαι ρ αμ
 The team was playing poorly and the home fans were getting worked up.
tee [sb] off vtr phrasal sep US, slang (anger, annoy)νευριάζω, τσαντίζω ρ μ
  (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
 It always tees me off when she corrects my grammar. The way some politicians act really tees me off.
 Πάντα με νευριάζει (or: τσαντίζει) όταν διορθώνει τη γραμματική μου. Ο τρόπος που συμπεριφέρονται κάποιοι πολιτικοί με νευριάζει.
load [sth] up vtr phrasal sep (put: [sth] to be transported)φορτώνω ρ μ
 I have to help load up the luggage for our camping trip.
load [sth] vtr (fill)φορτώνω ρ μ
 The men loaded the truck and then drove away.
deluge [sb] vtr figurative (inundate, overwhelm) (ανεπίσημο, μεταφορικά)πνίγω ρ μ
  φορτώνω ρ μ
 The number of demands on her time has completely deluged Melissa.
dump [sth] on [sb] vtr + prep figurative, slang (responsibility, problem: offload) (κάτι σε κάποιον)φορτώνω ρ μ
 Don't try to dump all your work on me - do it yourself! I know you're unhappy, but try not to dump your problems on other people.
offload [sth] onto [sth] vtr + prep figurative ([sth] worrying: tell [sb])λέω ρ μ
  (μεταφορικά)μοιράζομαι ρ μ
  (επιβαρύνω τον ακροατή)φορτώνω ρ μ
burden [sb] vtr figurative (add pressure, worry) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
  επιβαρύνω ρ μ
 I never tell you my worries because I don't want to burden you.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε φορτώνω.
 Δε σου λέω ποτέ τις ανησυχίες μου γιατί δε θέλω να σε επιβαρύνω.
buffer vi (store data while streaming)κάνω buffering περίφρ
  (καθομιλουμένη)φορτώνω ρ αμ
 I'm trying to watch a video but the computer keeps buffering.
burden [sth] with [sth] vtr (load) (κάτι με κάτι άλλο)φορτώνω ρ μ
 They burdened the truck with even more weight.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
load vi (take on cargo)φορτώνω ρ αμ
 Trucks must pull up to the dock to load.
 Τα φορτηγά πρέπει να μεταβούν στην προβλήτα για να φορτώσουν.
load vi (take on passengers) (καθομιλουμένη)φορτώνω ρ αμ
  επιβιβάζω ρ αμ
 The ship is loading at the pier.
 Το πλοίο φορτώνει (or: επιβιβάζει) στην προβλήτα.
steam vi figurative ([sb]: very angry) (μεταφορικά, ανεπίσημο)βγάζω καπνούς απ' τα αφτιά έκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω έκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)φορτώνω, βράζω ρ αμ
  εξοργίζομαι, νευριάζω ρ αμ
 As the drunk man continued to make bigoted comments, Lucy could see Bill starting to steam.
stick [sb] with [sth] vtr (lumber: with [sth] disagreeable) (κάτι σε κάποιον)φορτώνω ρ μ
 His friends stuck him with the dinner bill.
 Οι φίλοι του του φόρτωσαν το λογαριασμό.
pack [sth] vtr (load into a car)φορτώνω ρ μ
 I need to pack the suitcases in the car before we go.
load [sb] with [sth] vtr figurative (burden) (μτφ: κάποιον με κάτι)φορτώνω ρ μ
 The managers loaded his employees with projects.
 Οι διευθυντές φόρτωσαν τους υπαλλήλους με εργασίες.
load [sth] with [sth] vtr (supply in abundance) (μτφ: κάτι με κάτι)φορτώνω ρ μ
 The spring rains loaded the trees with fruit.
 Οι ανοιξιάτικες βροχές φόρτωσαν τα δέντρα με φρούτα.
lumber [sth],
lumber [sth] with [sth]
vtr
UK, usually passive (burden with something unpleasant) (κτ με κτ)φορτώνω, επιβαρύνω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος: με κτ)είμαι επιβαρυμένος ρ έκφρ
  (εγώ ο ίδιος, μεταφορικά)φορτώνομαι ρ αμ
 The area was lumbered up with a bunch of junk.
surcharge [sb] vtr figurative (overload) (ανεπίσημο, μεταφορικά)φορτώνω ρ μ
  (επίσημο: με κτ δυσάρεστο)επιφορτίζω ρ μ
 Dan's boss surcharged him with work.
charge [sth] with [sth] vtr + prep (load) (κάτι με κάτι)φορτώνω ρ μ
  (κκ/κτ έχει φορτωθεί με κτ)είμαι φορτωμένος ρ έκφρ
 The lorry was fully charged with electrical goods and could hold no more.
 Είχαν φορτώσει το φορτηγό πλήρως με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό και δεν άντεχε άλλο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
burden [sb] with [sth] vtr + prep figurative (impose [sth] troublesome)επιβαρύνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)βαραίνω κπ με κτ, φορτώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Don't burden your mother with your problems.
burden with debt vtr (cause to owe a lot of money)φορτώνω χρέη ρ μ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
lavish [sth] on [sb] vtr (give profusely)δίνω απλόχερα κτ σε κπ περίφρ
  (μεταφορικά)γεμίζω κπ με κτ, φορτώνω κπ με κτ περίφρ
  (επίσημο)παρέχω αφειδώς κτ σε κπ περίφρ
 Karen's grandmother always lavished gifts on her whenever she visited.
 Η γιαγιά της Κάρεν τη γεμίζει με δώρα όποτε την επισκέπτεται.
load [sth] with [sth] vtr + prep (fill with [sth])φορτώνω με ρ μ + πρόθ
 We loaded the wheelbarrow with bricks.
 Φορτώσαμε το καρότσι με τούβλα.
load [sth] onto [sth],
load [sth] into [sth]
vtr + prep
(put: [sth] to be transported)φορτώνω σε ρ μ + πρόθ
 They loaded the goods into the delivery truck.
 Φόρτωσαν τα προϊόντα στο φορτηγό διανομής.
overload [sb] with [sth] vtr + prep figurative (give [sb] too much: information, etc.) (μεταφορικά, ανεπίσημο)φορτώνω κπ με κτ, παραφορτώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  κατακλύζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 Bill is a good teacher, but he tends to overload his students with information.
pass the buck v expr slang, figurative (put blame on [sb] else) (καθομιλουμένη)ρίχνω το φταίξιμο αλλού φρ
  ρίχνω το φταίξιμο σε άλλον φρ
  (μεταφορικά)τα φορτώνω σε άλλον έκφρ
 He never admits to his mistakes at work but always passes the buck instead.
peg [sth] on [sb] vtr phrasal sep informal, figurative (assign guilt for: [sth] on [sb](μεταφορικά, καθομ)φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 They tried to peg the murder on him but his family knew he was innocent.
pin [sth] on [sb] vtr + prep figurative, informal (blame) (καθομιλουμένη)ρίχνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομ)φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 I didn't break the glass; don't try to pin that on me.
pin [sth] on [sb] v expr (blame [sb](μεταφορικά: κατηγορώ)φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + προθ
put upon [sb] vtr phrasal insep informal (impose) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 The head of the department put upon Roger the responsibility for checking all the figures in the report.
riddle [sth] with [sth] vtr + prep figurative, often passive (fill: with errors, etc.)γεμίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)φορτώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (εγώ ο ίδιος)είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ ρ έκφρ
  (ανεπίσημο, αργκό)είμαι τίγκα σε κτ ρ έκφρ
 The student's essay was riddled with spelling errors.
saddle [sb] with [sth],
saddle [sb] with [sb]
vtr + prep
figurative, informal, often passive (burden) (μεταφορικά, καθομ)φορτώνω κπ με κπ/κτ, φορτώνω κπ/κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (εγώ ο ίδιος)έχω φορτωθεί κπ/κτ, μου έχουν φορτώσει κπ/κτ περίφρ
 I've been saddled with my little sister all weekend.
scapegoat [sb] vtr figurative (blame for others)κάνω κπ τον αποδιοπομπαίο τράγο φρ
  (πιο απλά)φορτώνω τις ευθύνες σε κπ περίφρ
 If it's your fault, you should take responsibility and not scapegoat someone else.
swamp [sb],
swamp [sb] with [sth],
swamp [sth],
swamp [sth] with [sth]
vtr
figurative (overload: with work, etc.) (καθομιλουμένη)φορτώνω κπ με κτ, φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (καθομ, μεταφορικά)πνίγω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (ανεπίσημο)χώνω κπ ρ μ
 The translator's clients were swamping her with work and she had no time to do anything else.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση φορτώνω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'φορτώνω'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.