ψήσιμο


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ψήσιμο grilling, roasting, baking
  on hold, hold
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
braai,
braaivleis
n
SA (grilled meat)ψήσιμο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ο ελληνικός όρος είναι πιο γενικός.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
firing n (ceramics, kiln) (σε κλίβανο)ψήσιμο ουσ ουδ
 Firing hardens ceramics and makes them more durable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
braai,
braaivleis
n
SA (picnic for grilling meat)εκδρομή που περιλαμβάνει ψήσιμο κρεάτων
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pie bird n (kitchen gadget to vent steam)εξάρτημα σε σχήμα πουλιού για να φεύγει ο ατμός κατά το ψήσιμο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
roaster n US (chicken fit for roasting)κοτόπουλο για ψήσιμο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Make sure to ask the butcher for a roaster, not a fryer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψήσιμο στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψήσιμο'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.