ψηλότερος


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ψηλότερος taller, tallest
  higher, highest
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
higher adj (situated further up)ψηλότερος, υψηλότερος επίθ
highest adj (position: tallest, loftiest)υψηλότερος, ψηλότερος επίθ
uppermost,
the uppermost,
upmost
adj
(highest)ψηλότερος επίθ
  (για όροφο, κτίριο)τελευταίος επίθ
 This picture shows the view from our uppermost balcony.
 Στη φωτογραφία αυτή φαίνεται η θέα από το ψηλότερο μπαλκόνι μας.
highest adj (number: of greatest value) (αριθμός)υψηλότερος, ψηλότερος, μεγαλύτερος, μέγιστος επίθ
top adj (highest)πάνω επίθ άκλ
  ψηλότερος επίθ
 He stood on the top rung of the ladder.
 Στάθηκε στο πάνω σκαλί της σκάλας.
 Στάθηκε στο ψηλότερο σκαλί της σκάλας.
highest adj (top: in a hierarchy) (σε ιεραρχία)υψηλότερος, ψηλότερος, μέγιστος, ανώτατος επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Σύνθετοι τύποι:
EnglishGreek
bigger than [sb/sth] adj + conj (larger)μεγαλύτερος από κπ/κτ περίφρ
  (για ύψος, συνήθως ανθρώπου)ψηλότερος από κπ/κτ περίφρ
 When he gets older, he will be bigger than his father.
top [sth] vtr informal (exceed in size)ξεπερνάω ρ μ
  είμαι ψηλότερος ρ έκφρ
 The new building will top the old tower by two storeys.
 Το νέο κτίριο θα ξεπεράσει το παλιό κατά δύο ορόφους.
 Το νέο κτίριο θα είναι ψηλότερο από το παλιό κατά δύο ορόφους.
 Το νέο κτίριο θα είναι δύο ορόφους ψηλότερο από το παλιό.
upper level n (higher storey or floor of a building)ψηλότερος όροφος επίθ + ουσ αρσ
  ανώτερο επίπεδο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψηλότερος στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψηλότερος'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: task | reek

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.