ψηλώνω

ⓘ One or more forum threads is an exact match of your searched term. Click here.

WordReference English-Greek Dictionary © 2016:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ψηλώνω grow taller
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
get bigger vi + adj (grow taller)μεγαλώνω, ψηλώνω ρ αμ
 When you get bigger, you'll be able to ride a two-wheeler.
 Όταν ψηλώσεις (or: μεγαλώσεις), θα μπορέσεις να κάνεις ποδήλατο με δύο ρόδες.
shoot up vi + adv informal (child: get taller) (καθομιλουμένη)παίρνω μπόι, ρίχνω μπόι φρ
  ψηλώνω ρ αμ
 He was small until his teens, when all of a sudden he shot up.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
big adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (tall)ψηλώνω ρ αμ
  ψηλός επίθ
 Your little brother's getting really big!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψηλώνω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψηλώνω'.
Advertisements

Word of the day: Intermediate+ stroke

Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης