ψηλώνω


WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
GreekEnglish
ψηλώνω grow taller
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
get bigger vi + adj (grow taller)μεγαλώνω, ψηλώνω ρ αμ
 When you get bigger, you'll be able to ride a two-wheeler.
 Όταν ψηλώσεις (or: μεγαλώσεις), θα μπορέσεις να κάνεις ποδήλατο με δύο ρόδες.
spring up vi phrasal (start to grow) (για φυτά)φυτρώνω ρ αμ
  (για ανθρώπους)μεγαλώνω, ψηλώνω ρ αμ
  (μεταφορικά: για ανθρώπους)ξεπετάγομαι ρ αμ
 Seedlings spring up at the beginning of the growing season. Grandpa always says we've sprung up since the last time he saw us.
heighten vtr (raise height of)ψηλώνω ρ μ
  (μεταφορικά)σηκώνω ρ μ
shoot up vi + adv informal (child: get taller) (καθομιλουμένη)παίρνω μπόι, ρίχνω μπόι φρ
  ψηλώνω ρ αμ
 He was small until his teens, when all of a sudden he shot up.
sprout up vi phrasal figurative (child: grow taller)παίρνω μπόι φρ
  ψηλώνω ρ αμ
  (μεταφορικά)ξεπετάγομαι ρ αμ
 My son has really sprouted up since he hit his teens.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
big adj informal (tall)ψηλώνω ρ αμ
  ψηλός επίθ
 Your little brother's getting really big!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψηλώνω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψηλώνω'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: joke | drape

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.