ψηλώνω


WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κύριες μεταφράσεις
ψηλώνω grow taller
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
big adj informal (tall)ψηλώνω ρ αμ
  ψηλός επίθ
 Your little brother's getting really big!
get bigger vi + adj (grow taller)μεγαλώνω, ψηλώνω ρ.αμ.
 When you get bigger, you'll be able to ride a two-wheeler.
 Όταν ψηλώσεις (or: μεγαλώσεις), θα μπορέσεις να κάνεις ποδήλατο με δύο ρόδες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψηλώνω στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψηλώνω'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης