ψιχάλα

WordReference English-Greek Dictionary © 2015:

Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού
mist n (spray of water)ψιχάλισμα ουσ.ουδ.
  ψιχάλα ουσ.θηλ.
shower n (light rainfall) (όχι δυνατή)βροχή επίθ + ουσ θηλ
  (επίσημο)ελαφρά βροχόπτωση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ψιχάλα, βροχούλα ουσ.θηλ.
  ψιχάλισμα, ψιχαλητό, ψιλόβροχο ουσ.ουδ.
 Showers are expected for Tuesday, but on Wednesday we will have thunderstorms.
 Ελαφρές βροχοπτώσεις αναμένονται την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη θα έχουμε καταιγίδες.
  Στο δρόμο μας έπιασε ψιχάλα κι αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε.This sentence is not a translation of the Greek sentence.
  Μ' έχει κουράσει αυτό το ψιχάλισμα (or: ψιχαλητό) τόσες μέρες...This sentence is not a translation of the Greek sentence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψιχάλα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψιχάλα'.

Κατεβάστε τις δωρεάν εφαρμογές για Android και iPhone

Android AppiPhone App
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης