ψιχάλα

NOTE: This dictionary is currently only English to Greek.
Here are the lines from the English to Greek side that include 'ψιχάλα'.

WordReference English-Greek Dictionary © 2014:

Matching entries from other side of dictionary
shower n (light rainfall)ελαφρά βροχόπτωση ουσ.θηλ.
   (καθομιλουμένη)ψιχάλα ουσ.θηλ.
  ψιχάλισμα, ψιχαλητό ουσ.ουδ.
 Showers are expected for Tuesday, but on Wednesday we will have thunderstorms.
 Ελαφρές βροχοπτώσεις αναμένονται την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη θα έχουμε καταιγίδες.
  Στο δρόμο μας έπιασε ψιχάλα κι αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε.Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
  Μ' έχει κουράσει αυτό το ψιχάλισμα (or: ψιχαλητό) τόσες μέρες...Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μετάφραση της αγγλικής.
mist n (spray of water)ψιχάλισμα ουσ.ουδ.
  ψιχάλα ουσ.θηλ.
  Is something important missing? Report an error or suggest an improvement.

Φόρουμ WR: Θέματα συζήτησης με τον όρο 'ψιχάλα' στον τίτλο:

Play and learn: visit WordReference Games
See Google Translate's machine translation of 'ψιχάλα'.

Download free Android and iPhone apps

Android AppiPhone App
Report an inappropriate ad.