ψιχάλα


Κατάλληλες εγγραφές από την άλλη πλευρά του λεξικού

WordReference English-Greek Dictionary © 2017:

Κύριες μεταφράσεις
EnglishGreek
drizzle n (light rain)ψιλόβροχο ουσ ουδ
  ψιχάλα ουσ θηλ
 Drizzle had been falling steadily all day.
shower n (light rainfall) (όχι δυνατή)βροχή επίθ + ουσ θηλ
  (επίσημο)ελαφρά βροχόπτωση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ψιχάλα, βροχούλα ουσ θηλ
  ψιχάλισμα, ψιχαλητό, ψιλόβροχο ουσ ουδ
 Showers are expected for Tuesday, but on Wednesday we will have thunderstorms.
 Ελαφρές βροχοπτώσεις αναμένονται την Τρίτη, ενώ την Τετάρτη θα έχουμε καταιγίδες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Στο δρόμο μας έπιασε ψιχάλα κι αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μ' έχει κουράσει αυτό το ψιχάλισμα (or: ψιχαλητό) τόσες μέρες...
 
Επιπλέον μεταφράσεις
EnglishGreek
sprinkle,
sprinkling
n
(light rain)ψιχάλα ουσ θηλ
  ψιλόβροχο ουσ ουδ
  (πτώση ψιλόβροχου)ψιχάλισμα ουσ ουδ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)ψέκασμα ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ψιχάλα στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ψιχάλα'.

Σε άλλες γλώσσες Spanish | French | Portuguese | Italiano | German | Ολλανδικά | Swedish | Russian | Polish | Romanian | Czech | Turkish | Chinese | Japanese | Korean | Arabic

Advertisements

Word of the day: spare | scale

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
Become a WordReference Supporter to view the site ad-free.