Soot

Listen:
 [ˈsʊt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soot nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chimney substance)καπνιά ουσ θηλ
  (επίσημο, επιστημονικό)αιθάλη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη: πιο γενικό)στάχτη ουσ ουδ
 The chimney sweep was covered in soot.
 Ο καπνοδοχοκαθαριστής ήταν γεμάτος καπνιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Soot' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Soot στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'Soot'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης