WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
abjuratory adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (done to renounce [sth](άρνηση)απαρνητικός επίθ
  (ανάκληση)ανακλητικός, αναιρετικός επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση abjuratory στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'abjuratory'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: stay | spur

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης