accommodate

Listen:
 [əˈkɒmədeɪt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accommodate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide lodging)φιλοξενώ ρ μ
  (σε κάποιον)προσφέρω κατάλυμα περίφρ
 The hotel can't accommodate us tonight.
 Το ξενοδοχείο δεν μπορεί να μας φιλοξενήσει σήμερα το βράδυ.
accommodate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide space)χωράω, χωρώ ρ μ
  μπορώ να φιλοξενήσω περίφρ
 The tent can accommodate five.
 Η σκηνή χωράει πέντε άτομα.
 Η σκηνή μπορεί να φιλοξενήσει πέντε άτομα.
accommodate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (fulfill: need, request)ικανοποιώ ρ μ
 We can no longer accommodate requests for transfers.
 Δεν μπορούμε πλέον να ικανοποιήσουμε τα αιτήματα για μεταφορές.
accommodate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (adapt to)δέχομαι ρ μ
  επιδέχομαι ρ μ
 The schedule must be able to accommodate last-minute changes.
 Το πρόγραμμα πρέπει να μπορεί να επιδέχεται αλλαγές της τελευταίας στιγμής.
accommodate to vi + prep (adapt to)προσαρμόζομαι σύμφωνα με κτ περίφρ
 If you have any special requests, we can accommodate to your needs.
 Αν έχετε ειδικά αιτήματα, μπορούμε να προσαρμοστούμε σύμφωνα με τις ανάγκες σας.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
accommodate [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (provide for)προβλέπω ρ μ
  (για κάποιον/κάτι)μεριμνώ ρ αμ
  (κάποιον/κάτι)λαμβάνω υπόψη περίφρ
 The new rules accommodate people of all age groups.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'accommodate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [can, will] accommodate up to [500, 25 people], (try to) accommodate the [needs, wishes, requests, schedule] (of) , (try to) accommodate [your, their, everyone's][needs], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση accommodate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'accommodate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης