WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
addle [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (confuse) (μεταφορικά)θολώνω ρ μ
 Fred is talking nonsense; too much whisky has addled his thinking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση addle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'addle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης