adroit

Listen:
 [əˈdrɔɪt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
adroit adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (skilled, dextrous)επιδέξιος επίθ
  επιτήδειος επίθ
  (μτφ, καθομιλουμένη)χρυσοχέρης επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση adroit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'adroit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης