WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
blasphemy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (irreverence towards [sth] sacred)βλασφημία ουσ θηλ
 Neither France nor the United Kingdom has a blasphemy law.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'blasphemy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση blasphemy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'blasphemy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: skip | fish

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης