bush

Listen:
 [ˈbʊʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant)θάμνος ουσ αρσ
 We planted some bushes in front of our new house.
 Φυτέψαμε μερικούς θάμνους μπροστά από το καινούριο σπίτι μας.
the bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rural, forest area)ύπαιθρος ουσ θηλ
  (με δέντρα)δάσος ουσ ουδ
 The explorers spent two months wandering in the bush.
 Οι εξερευνητές πέρασαν δύο μήνες περιπλανώμενοι στην ύπαιθρο.
bush n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." US, Can, AU (rural, not sophisticated)αγροίκος, άξεστος, ακαλλιέργητος επίθ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, vulgar, slang (woman's pubic hair) (αργκό, χυδαίο, μτφ)θάμνος ουσ αρσ
 Does she shave her bush?
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engineering: bearing)μη διαθέσιμη μετάφραση
bush,
ivy bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
archaic (ivy decoration at tavern)κισσός ουσ αρσ
  διακοσμητικός κισσός επίθ + ουσ αρσ
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Can (land used for timber)αλσύλλιο για ξύλευση
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thicket)θάμνοι ουσ αρσ πλ
  (έκταση)λόχμη ουσ θηλ
 Wear long sleeves when you prune the bush; there are lots of thorns.
bush viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (grow bushy)γίνομαι φουντωτός ρ έκφρ
  φουντώνω ρ αμ
bush [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover [sth] with bushes)καλύπτω κτ με θάμνους περίφρ
 We should bush the motorcycle to camouflage it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρ
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
beat around the bush,
also UK: beat about the bush
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (avoid getting to the point)υπεκφεύγω ρ μ
  (μεταφορικά)το πάω γύρω-γύρω έκφρ
 Stop beating around the bush and give me the real reason!
beating around the bush,
beating about the bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(not getting to the point)υπεκφυγή ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το να το πάω γύρω γύρω έκφρ
 All this beating around the bush is starting to annoy me; just say yes or no!
blackberry,
blackberry bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shrub that bears blackberries)βατομουριά ουσ θηλ
 There are blackberries near the back of the orchard.
blueberry,
blueberry bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bush that bears blueberries)μύρτιλο ουσ ουδ
 The plants by the fence aren't raspberries, they're blueberries.
burning bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: in Book of Exodus)φλεγόμενη βάτος επίθ + ουσ θηλ
bush baby nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (African mammal)ημιπίθηκος ουσ αρσ
  γαλάγος ουσ αρσ
bush meals nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (native Australian foods)φαγητά από τρόφιμα που υπάρχουν μόνο στην Αυστραλία
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
bushfood,
bush tucker
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Australian native foods)εδώδιμα γηγενή της Αυστραλίας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
dittany,
gas plant,
burning bush,
fraxinella
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(aromatic herb)δίκταμο ουσ ουδ
rosebush,
rose bush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tree bearing roses)τριανταφυλλιά ουσ θηλ
strawberry bush nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of shrub) (θάμνος)ευώνυμο ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bush' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [put out, started] a bush fire, bush the [metal, surface], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bush στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'bush'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης