clay

Listen:
 [ˈkleɪ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earth)άργιλος ουσ αρσ/θηλ
 It's difficult to garden if your yard has only clay.
 Είναι δύσκολο να καλλιεργείς αν η αυλή σου έχει μόνο άργιλο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο άργιλος είναι γνωστός για τις ευεργετικές και θεραπευτικές του ιδιότητες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for pottery)πηλός ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis: red-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρ
 He never plays as well on a clay court as on grass.
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tennis: green-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρ
glazed clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pottery: varnished earth) (κεραμική)εφυαλωμένος πηλός περίφρ
modeling clay (US),
modelling clay (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fixed in a kiln)πηλός ουσ αρσ
  πηλός προπλασμάτων φρ ως ουσ αρσ
modeling clay (US),
modelling clay (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mouldable putty)πηλός ουσ αρσ
  πηλός προπλασμάτων φρ ως ουσ αρσ
pipeclay,
pipe clay
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(white material used to make pipes)λευκός πηλός από τον οποίο φτιάχνονται πίπες
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
pipeclay [sth],
pipe-clay [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(whiten with pipeclay)επεξεργάζομαι με λευκό πηλό περίφρ
potter's clay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (kiln-drying modelling material)πηλός αγγειοπλαστικής φρ ως ουσ αρσ
 He made that bowl out of potter's clay.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clay' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: clay [deposits, minerals], go clay-pigeon shooting, a clay [ashtray, ornament, statue, model, figure, pot], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clay στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clay'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης