clever

Listen:
 [ˈklɛvər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clever adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: ingenious) (για άνθρωπο)έξυπνος επίθ
  ευφυής επίθ
  νοήμων επίθ
Σχόλιο: Κλίνονται ως εξής: ο, η ευφυής, το ευφυές και ο, η νοήμων, το νοήμον
 Most people will agree that Einstein was an incredibly clever man.
 Οι περισσότεροι συμφωνούν πως ο Αϊνστάιν ήταν ένας εκπληκτικά έξυπνος άνθρωπος.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clever adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (witty, funny) (μεταφορικά, ανεπίσημο)σπίρτο ουσ ως επίθ
  (επίσημο)πνευματώδης επίθ
 She is very clever, and is always ready with a witty remark.
clever adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." mainly UK (smart)καλός επίθ
 He was very clever in school.
clever adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (idea: tricky, ingenious)έξυπνος επίθ
  ευφυής επίθ
 It was a clever idea to take a photo of the map.
clever adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (nimble) (ταχύτητα)ευκίνητος επίθ
  (επιδεξιότητα)επιδέξιος, ικανός επίθ
 Crafts are the work of clever hands.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clever' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a clever [person, student, businessman, dog, child], it was (very) clever to [use, put, have, be], was a clever way to [use], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clever στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'clever'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης