cooking

Listen:
 [ˈkʊkɪŋ]


Του ρήματος: "to cook"

Present Participle: cooking
Σε αυτή τη σελίδα: cooking, cook, cookery
Ο όρος 'cooking' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'cookery'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cooking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (responsibility, hobby)μαγείρεμα ουσ ουδ
  μαγειρική ουσ θηλ
 He really enjoys cooking.
 Πραγματικά του αρέσει το μαγείρεμα.
cooking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (preparing food using heat)μαγείρεμα ουσ ουδ
 Cooking is necessary for some fruits, such as quinces.
 Το μαγείρεμα είναι απαραίτητο για κάποια φρούτα, όπως τα κυδώνια.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cooking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cuisine)κουζίνα ουσ θηλ
 The school offers weekly classes on French cooking.
cooking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manner of preparing food)μαγειρική ουσ θηλ
 She misses her mother's cooking.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cook [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (food: apply heat) (ετοιμάζω φαγητώ)μαγειρεύω ρ μ
 Cook the fish for fifteen minutes.
 Μου αρέσει να μαγειρεύω Κινέζικο.
cook viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (prepare food)μαγειρεύω ρ αμ
 Her husband is going to cook tonight.
 Ο σύζυγός της θα μαγειρέψει σήμερα.
cook viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (food: be cooked)μαγειρεύομαι ρ αμ
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται πιο συγκεκριμένη λέξη, ανάλογα με τον τρόπο μαγειρέματος, π.χ. βράζω, ψήνομαι κ.λπ.
 Leave the pot on the burner over low heat and let it cook.
 Αφήστε την κατσαρόλα σε σιγανή φωτιά και αφήστε να μαγειρευτεί.
cook nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food preparer)μάγειρας ουσ αρσ
 Trevor is an excellent cook.
 Ο Τρέβορ είναι εξαιρετικός μάγειρας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
cooking | cook | cookery
ΑγγλικάΕλληνικά
cookery,
cooking
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(activity: cooking)μαγειρική ουσ θηλ
  (η διαδικασία)μαγείρεμα ουσ ουδ
 Ellen's mother is teaching her cookery and housekeeping skills.
cooking apple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large bitter apple used in cooking)μήλο για μαγείρεμα περίφρ
  μήλο για μαγειρική περίφρ
 Some of the best apples for eating are not good cooking apples.
cooking bag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plastic ovenproof bag for roasting)σακούλα μαγειρέματος, σακούλα μαγειρικής φρ ως ουσ θηλ
  σακούλα ψησίματος φρ ως ουσ θηλ
 The cooking bag kept in moisture and the turkey was perfect!
cooking oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vegetable oil used in cooking)μαγειρικό λάδι ουσ ουδ
 Some say that olive is the healthiest cooking oil, while others prefer canola.
cooking sheet,
US: cookie sheet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(flat baking tray)λαμαρίνα ουσ θηλ
  (ρηχό)ταψί ουσ ουδ
 I prefer a cookie sheet made from stainless steel, not aluminum.
cooking sherry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fortified wine for use in food) (για μαγειρική)σέρι ουσ ουδ άκλ
  κρασί σέρι φρ ως ουσ ουδ
cooking show,
cookery show,
also UK: cookery programme
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(TV programme involving cookery)εκπομπή μαγειρικής φρ ως ουσ θηλ
cooking spray nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil dispersed finely from a can) (για λάδι)σπρέι μαγειρικής, σπρέι μαγειρέματος φρ ως ουσ ουδ
  μαγειρικό σπρέι επίθ + ουσ ουδ άκλ
 Cooking spray keeps eggs from sticking to the pan.
cooking vessel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pot or pan used in kitchen)μαγειρικό σκεύος επίθ + ουσ ουδ
  σκεύος μαγειρικής, σκεύος μαγειρέματος φρ ως ουσ ουδ
  (μόνο πλ, ανεπ, καθομ)κατσαρολικά, τετζερέδια ουσ ουδ πλ
fine cooking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gourmet food, high-class cuisine)υψηλή μαγειρική επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cooking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [easy, healthy, home, Spanish] cooking, a cooking [show, magazine, class], my [wife, boyfriend] does (all of) the cooking, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cooking στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cooking'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης