crawl

Listen:
 [ˈkrɔːl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crawl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (insect: creep)περπατάω ρ αμ
  προχωράω ρ αμ
  κινούμαι ρ αμ
 Betty watched the spider crawling on the wall.
crawl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move on all fours)μπουσουλάω, μπουσουλώ ρ αμ
 The baby crawled across the floor.
 Το μωρό μπουσούλησε στο πάτωμα.
crawl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (time: go slowly)κυλάω αργά, περνάω αργά ρ αμ + επίρ
 While I was at school, time seemed to crawl.
 Όσο ήμουν στο σχολείο ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει αργά.
crawl viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (vehicle: move slowly)πάω σημειωτόν, πηγαίνω σημειωτόν, κινούμαι σημειωτόν περίφρ
  (καθομιλουμένη)πάω πρώτη νεκρό έκφρ
 The traffic is crawling; I'm going to be very late to work. The old car crawled along, smoke billowing from its engine.
 Πάω πρώτη νεκρό στην κίνηση, θα αργήσω πολύ στη δουλειά μου. Το παλιό αμάξι προχωρούσε σημειωτόν με ένα σύννεφο καπνού να βγαίνει απ' τη μηχανή του.
crawl nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (slow pace) (καθομιλουμένη)σύρσιμο ουσ ουδ
 At rush hour, traffic slows to a crawl.
crawl,
front crawl,
Australian crawl
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(swimming stroke) (στυλ κολύμβησης)ελεύθερο επίθ ως ουσ ουδ
  κρόουλ ουσ ουδ άκλ
 The swimming coach helped John improve his crawl.
 Ο προπονητής κολύμβησης βοήθησε τον Τζον να βελτιωθεί στο ελεύθερο (or: κρόουλ).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pub crawl,
also US: bar crawl
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (barhop: visit to a series of bars) (αργκό)μπαρότσαρκα ουσ θηλ
Σχόλιο: Although 'bar crawl' is possible in US English, 'pub crawl' is the expected term.
 To celebrate Evan's birthday, his mates took him on a pub crawl.
 Για να γιορτάσουν τα γενέθλιά του, οι φίλοι του Ιβάν τον πήγαν για μπαρότσαρκα.
crawl into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (creep inside)μπαίνω σε κτ ρ αμ + αμ
  (καθομιλουμένη)χώνομαι σε κτ ρ αμ + επίρ
  τρυπώνω σε κτ ρ αμ + επίρ
 He crawled into bed as quietly as possible so as not to wake his wife.
crawl out of [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (creep outside)βγαίνω έρποντας ρ αμ
 She crawled out of her sleeping bag to see if it was a bear making all the noise outside her tent.
 Βγήκε έρποντας από τον υπνόσακό της για να δει αν ήταν αρκούδα που έκανε όλο τον θόρυβο έξω από τη σκηνή της.
crawl space nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (low-ceilinged basement, tunnel)στενός χώρος σε κτίρια που δίνει πρόσβαση στα δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης κλπ.
  (γενικά)ανθρωποθυρίδα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
make [sb]'s skin crawl v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disgust, unnerve [sb])προκαλώ αηδία σε κπ περίφρ
  προκαλώ αποστροφή σε κπ περίφρ
  (μεταφορικά)κάνω κπ να του σηκωθεί η τρίχα έκφρ
 Something about that man makes my skin crawl.
swim the crawl,
do the crawl
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(do overarm swimming stroke)κάνω ελεύθερο κολύμπι ρ μ
 During a freestyle swimming race most swimmers choose to swim the crawl.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crawl' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [long, arduous, lengthy] crawl (back to), [began, started] the crawl back to , was [swimming, doing] the [front, back] crawl, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crawl στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crawl'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης