WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crupper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strap from saddle to under horse's tail) (λουρί αλόγου)πισινέλα ουσ θηλ
crupper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (horse's rump)καπούλι ουσ ουδ
  πισινά επίθ ως ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crupper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crupper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης