debunk

Listen:
 [diːˈbʌŋk]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
debunk [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (show to be false)καταρρίπτω ρ μ
  αποκαλύπτω ρ μ
  (μεταφορικά)ξεσκεπάζω ρ μ
 The newspaper debunked the mayor's lies. Scientists have debunked the myth that pulling out a grey hair causes more to grow back in its place.
debunk [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold up to ridicule)χλευάζω ρ μ
  (εγώ ο ίδιος)γίνομαι αντικείμενο χλευασμού περίφρ
 The new theory was debunked at the conference.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση debunk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'debunk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης