deliver

Listen:
 [dɪˈlɪvər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deliver [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry, distribute)παραδίδω, παραδίνω ρ μ
  διανέμω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μοιράζω ρ μ
 The postman delivered the letters.
 Ο ταχυδρόμος παρέδωσε τα γράμματα.
 Ο ταχυδρόμος μοίρασε τα γράμματα.
deliver [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give: a speech) (λόγο)βγάζω ρ μ
  (ομιλία, διάλεξη)δίνω ρ μ
 She delivered a speech on molecular biology.
 Έβγαλε λόγο με θέμα τη μοριακή βιολογία.
deliver [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pass: a judgment) (απόφαση)βγάζω ρ μ
  (επίσημο)εκδίδω ρ μ
 The jury delivered a verdict of not guilty.
 Ο δικαστής έβγαλε απόφαση πως δεν είναι ένοχος.
deliver viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (fulfill a commitment or hope) (μεταφορικά)ανταποκρίνομαι με επιτυχία περίφρ
  τα καταφέρνω περίφρ
  πετυχαίνω ρ αμ
 When asked to increase sales by 20%, he delivered.
 Όταν του ζητήθηκε να αυξήσει τις πωλήσεις κατά 20%, ανταποκρίθηκε με επιτυχία.
 Όταν του ζητήθηκε να αυξήσει τις πωλήσεις κατά 20%, τα κατάφερε.
deliver [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (medical: assist birth) (τη γυναίκα)ξεγεννώ ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ο αγγλικός όρος παίρνει ως αντικείμενο αυτό που γεννιέται, ενώ ο ελληνικός αυτήν που γεννάει.
 The doctor delivered over 40 babies last year.
 Ο γιατρός ξεγέννησε πάνω από 40 γυναίκες πέρυσι.
deliver [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give birth to)γεννάω, γεννώ ρ μ
 The mother delivered her baby in a birthing pool.
 Η μητέρα γέννησε το μωρό της σε μια πισίνα τοκετού.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deliver [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (send) (πάσα)δίνω ρ μ
 During the game, he skillfully delivered several difficult passes.
deliver [sb],
deliver [sb] to [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(hand over) (κάποιον σε κάποιον άλλο)παραδίδω, παραδίνω ρ μ
 The police delivered the child to her parents after she wandered off.
deliver [sb] from [sth] vtr + prep (liberate, rescue) (κάποιον από κάτι)απελευθερώνω, ελευθερώνω ρ μ
 The commandos delivered the hostages from captivity.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
deliver a baby v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (assist a woman to give birth)ξεγεννάω, ξεγεννώ ρ μ
deliver a lecture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (speak to an audience on a given subject)παραδίδω διάλεξη έκφρ
 The speaker chose to deliver a lecture on the evils of war.
deliver on vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (fulfil, go through with)εκπληρώνω ρ μ
 Mark is very reliable, as he always delivers on his promises.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deliver' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: deliver the [package, letter, mail], delivering [leaflets, flyers, brochures] (door to door), delivers pizzas, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deliver στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'deliver'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης