dope

Listen:
 [ˈdəʊp]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dope nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (drug: marijuana) (αργκό: χασίς)μαύρο, χόρτο ουσ ουδ
  μπάφος ουσ αρσ
 Steve spent the whole afternoon smoking dope instead of doing his homework.
 Ο Στηβ πέρασε όλο το απόγευμα καπνίζοντας μαύρο (or: χόρτο) αντί να κάνει τα μαθήματά του.
dope nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drug taken in sport)αναβολικά ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)ντόπα ουσ θηλ
 The cyclist tested positive for dope.
dope nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, slang (stupid person) (μεταφορικά, μειωτικό)ζώον ουσ ουδ
 That's not how you do it, you dope!
 Δεν γίνεται έτσι, βρε ζώον!
the dope on [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, dated (information: secret)μη διαθέσιμη μετάφραση
 If you want the dope on anything, see Lucy; she always knows all the latest office rumors.
dope [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang (drug)ναρκώνω ρ μ
 The kidnapper doped his victim to keep her quiet.
 Ο απαγωγέας νάρκωσε το θύμα του για να το κρατήσει ήσυχο.
dope viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use drugs in sport)παίρνω ντόπα, παίρνω αναβολικά περίφρ
  (ανεπίσημο)ντοπάρομαι ρ αμ
 The runner had been doping for years before he got caught.
 Ο δρομέας έπαιρνε αναβολικά για πολλά χρόνια πριν τον πιάσουν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: informal: a [suspected, major] dope dealer, informal: dope [smoking, fiends, wars], informal: has [started, provoked, led to] a dope war, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dope στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dope'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης