WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
driblet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tiny drop)σταλιά, στάλα, σταλίδα ουσ θηλ
  σταγονίδιο ουσ ουδ
  (καθομ)σταγονίτσα ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση driblet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'driblet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης