dried

Listen:
 [ˈdraɪd]


Σε αυτή τη σελίδα: dried, dry

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food)αποξηραμένος μτχ πρκ
  ξερός επίθ
 Dried fruit makes a good snack.
 Τα αποξηραμένα φρούτα είναι ένα καλό σνακ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not wet)στεγνός επίθ
 The chair was dry because it was not in the rain.
 Η καρέκλα ήταν στεγνή, μια και δεν την έπιασε η βροχή.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: lacking moisture) (τροφή)ξερός επίθ
 The crackers were dry.
 Τα μπισκότα ήταν ξερά.
dry [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make dry)στεγνώνω ρ μ
 He dried the dishes with a towel.
 Στέγνωσε τα πιάτα με μια πετσέτα.
dry viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become dry)στεγνώνω ρ αμ
 The clothes dried in the sun.
 Τα ρούχα στέγνωσαν στον ήλιο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (land, climate: arid)ξερός, άνυδρος επίθ
  ξηρός επίθ
 Many parts of Spain are dry like the desert.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (weather: no rain)έχει ξηρασία έκφρ απρ
  δεν βρέχει έκφρ απρ
 It has been dry around here for the last couple of months.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wine: not sweet)ξηρός επίθ
 She doesn't like dry wine. It isn't sweet enough for her.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (place, event: no alcohol)απαγορεύεται το αλκοόλ περίφρ
 Some counties in Louisiana are dry counties.
 Σε ορισμένες κομητείες της Λουιζιάνα απαγορεύεται το αλκοόλ.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thirsty)διψάω, διψώ ρ αμ
  διψασμένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά)στεγνώνει το στόμα μου έκφρ
 After walking all day, I was a little dry.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (humour: ironic) (μεταφορικά)ξερός επίθ
 Not everyone understands his dry humour.
dry adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (boring)βαρετός επίθ
 The man I went out with was a little dry.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
dried | dry
ΑγγλικάΕλληνικά
air-dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dried by exposure to air)στεγνός έπειτα από έκθεση στον αέρα επίθ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
blow-dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dried using hairdryer)στεγνωμένος με πιστολάκι περίφρ
cut-and-dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (easily decided)που έχει ήδη ξεκαθαριστεί περίφρ
  ξεκάθαρος επίθ
  (επίσημο: θέμα)που θεωρείται λήξας έκφρ
dried fruit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: preserved by dehydration)αποξηραμένα φρούτα μτχ πρκ + ουσ ουδ πλ
dried up,
dried-up
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(desiccated, shriveled)αποξηραμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 A raisin is a dried-up grape. They capped the dried-up oil well so no one will fall in.
 Οι σταφίδες είναι αποξηραμένα σταφύλια.
freeze-dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: dried by freezing)λυοφιλιομένος, λυοφιλιωμένος μτχ πρκ
 Freeze-dried fruit is a good snack.
sun-dried adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (tomato, raisin: dried in the sun)λιαστός επίθ
  αποξηραμένος στον ήλιο περίφρ
sun-dried tomato nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tomato dried in the sun)λιαστή ντομάτα φρ ως ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dried' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dried [fruit, raisins, herbs], sun-dried [tomatoes, apricots], freeze-dried food, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dried στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dried'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: across | drill

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης