drill

Listen:
 [ˈdrɪl]


Σε αυτή τη σελίδα: drill, driller
Ο όρος 'drill' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'driller'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes)τρυπάνι ουσ ουδ
  (ηλεκτρικό)δράπανο ουσ ουδ
  (στο έδαφος)γεωτρύπανο ουσ ουδ
 Linda is putting up some shelves this weekend, so she'll need her drill.
 Η Λίντα θα τοποθετήσει μερικά ράφια αυτό το σαββατοκύριακο, θα χρειαστεί λοιπόν το τρυπάνι της.
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dentist's tool) (οδοντίατρου)φρέζα ουσ θηλ
  τρυπάνι ουσ ουδ
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (training exercise)άσκηση ουσ θηλ
  (στρατός: συνήθως πληθ)γυμνάσιο ουσ ουδ πλ
 The soldiers spent the afternoon doing drills.
 Οι φαντάροι πέρασαν το απόγευμα κάνοντας ασκήσεις.
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practice)άσκηση ουσ θηλ
 It's OK. There isn't a real fire; this is just a drill.
 Όλα ΟΚ. Δεν υπάρχει πραγματική φωτιά, είναι μόνο μια άσκηση.
drill [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bore: a hole) (μια τρύπα με τρυπάνι)ανοίγω, κάνω ρ μ
 James drilled a hole for the screw to go in.
 Ο Τζέιμς άνοιξε μια τρύπα για να μπει η βίδα.
drill [sth] in [sth] vtr + prep (bore: a hole) (μια τρύπα σε κάτι)ανοίγω, κάνω ρ μ
 Alison drilled a hole in the wall.
 Η Άλισον άνοιξε μια τρύπα στον τοίχο.
drill [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (train)εκπαιδεύω ρ μ
  (στρατός: σε κπ)κάνω γυμνάσια περίφρ
 The sergeant is drilling the new recruits.
 Ο λοχίας εκπαιδεύει τους νεοσύλλεκτους.
drill [sb] in [sth] vtr + prep (train) (κάποιον σε κάτι)εκπαιδεύω, ασκώ ρ μ
 The teacher drilled the students in French grammar.
 Ο δάσκαλος εκπαίδευσε τους μαθητές στη Γαλλική γραμματική.
drill for [sth] vi + prep (bore a hole to extract: oil, water) (για να βρω κάτι)κάνω γεώτρηση περίφρ
  (καθομιλουμένη)τρυπάω για κτ ρ αμ + πρόθ
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (routine, procedure)η διαδικασία άρθ ορ + ουσ θηλ
 When the CEO visits the office, what's the drill?
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric)ντρίλι ουσ ουδ άκλ
  ντρίλινο ύφασμα επίθ + ουσ ουδ
 The man wore a suit made from drill.
drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (furrow for seeds)αυλάκι ουσ ουδ
 The gardener sowed the carrots in drills.
drill viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bore a hole)τρυπάω, τρυπώ ρ αμ
  (με τρυπάνι)ανοίγω τρύπες, κάνω τρύπες ρ έκφρ
 There was a woman standing near the wall, drilling.
drill viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (practise, train)εξασκούμαι, ασκούμαι ρ αμ
  κάνω ασκήσεις περίφρ
 The soldiers had been drilling all afternoon.
drill [sth] into [sb],
drill into [sb] [sth]
vtr + prep
figurative (instill)μαθαίνω κτ σε κπ, διδάσκω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (κυρίως συμβουλές)εμφυσώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  περνάω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The teacher tried to drill the multiplication tables into his students. My parents always drilled into me the importance of studying hard.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
driller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who drills)αυτός που ανοίγει τρύπες περίφρ
  (ζαργκόν)τρυπανιστής, πιστολαδόρος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
drill | driller
ΑγγλικάΕλληνικά
core drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes)δράπανο για λήψη πυρήνα περίφρ
  (ζαργκόν)καροτιέρα ουσ θηλ
 We were able to extract mineral samples using a core drill.
drill bit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool: bores holes)κεφαλή τρυπανιού περίφρ
 If your drill bit is not sharp, it will take longer to make the hole.
drill down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (bore a hole)τρυπάω ρ μ
  ανοίγω τρύπα ρ έκφρ
drill down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (computing hierarchy)μη διαθέσιμη μετάφραση
drill down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, figurative (focus) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)στρώνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)στρώνω τον κώλο μου έκφρ
 Jack was carefree when he was younger and often skipped school, but during his last two years of high school, he really drilled down and did well.
drill down through [sth] vi phrasal + prep (computing hierarchy)κάνω ιεράρχηση περίφρ
drill down through [sth] vi phrasal + prep US, figurative (focus on) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)στρώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη, προσβλητικό)στρώνω τον κώλο μου σε κτ έκφρ
drill instructor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military) (στρατός)λοχίας εκπαιδευτής ουσ αρσ
 The drill instructor was shouting orders at the recruits.
drill press (drilling)δράπανο κολονάτο φρ ως ουσ ουδ
drill sergeant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military)στρατιωτικός εκπαιδευτής, λοχίας εκπαιδευτής επίθ+ουσ
 The job of the drill sergeant was to create soldiers out of boys.
 Αποστολή του στρατιωτικού εκπαιδευτή είναι να κάνει τα αγόρια στρατιώτες.
driller,
drill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine that drills holes)τρυπάνι ουσ ουδ
  δράπανο ουσ ουδ
  (τρύπες στη γη)γεωτρύπανο ουσ ουδ
electric drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power tool)ηλεκτρικό τρυπάνι ουσ ουδ
fire drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evacuation procedure)πυροσβεστική άσκηση ουσ θηλ
 We had a fire drill at the office today.
hammer drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power tool)κρουστικό δράπανο επίθ + ουσ ουδ
hand drill (portable drill)χειροκίνητο τρυπάνι επίθ + ουσ ουδ
impact drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power tool: bores holes)κρουστικό δράπανο επίθ + ουσ ουδ
 An impact drill is a useful tool for drilling holes in masonry.
power drill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrically-operated tool for making holes)ηλεκτρικό τρυπάνι ουσ ουδ
 A power drill is much more efficient than a hand drill. It's not a bad idea to wear goggles whenever you're working with tools like power drills.
 Δεν είναι κακή ιδέα να φοράμε προστατευτικά γυαλιά κάθε φορά που χρησιμοποιούμε εργαλεία όπως το ηλεκτρικό τρυπάνι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'drill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [fit, change] the drill bit, [tighten, loosen] the drill chuck, is the drill instructor, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drill στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'drill'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης