WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
driller,
drill
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine that drills holes)τρυπάνι ουσ ουδ
  δράπανο ουσ ουδ
  (τρύπες στη γη)γεωτρύπανο ουσ ουδ
driller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who drills)αυτός που ανοίγει τρύπες περίφρ
  (ζαργκόν)τρυπανιστής, πιστολαδόρος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mine driller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine that digs extraction sites) (ορυκτών και πετρωμάτων)μηχάνημα εξόρυξης περίφρ
 The company manufactures mine drillers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση driller στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'driller'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης