WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
earthward,
earthwards
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(heading towards the earth)που κατευθύνεται προς τη γη περίφρ
  με κατεύθυνση προς τη γη περίφρ
earthward,
earthwards
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(towards the earth)προς τη γη φρ ως επίρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση earthward στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'earthward'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης