economical

Listen:
 [ˌiːkəˈnɒmɪkəl] [ˌɛkəˈnɒmɪkəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
economical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not wasteful with money)οικονόμος επίθ
  μετρημένος επίθ
  προσεκτικός επίθ
 Some people just can't learn to be economical with money.
 Μερικοί άνθρωποι απλώς δεν μπορούν να μάθουν να είναι μετρημένοι με τα χρήματα.
economical adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (using minimal resources)οικονομικός επίθ
 We need a more economical way to deal with our trash.
 Πρέπει να βρούμε έναν πιο οικονομικό τρόπο για να διαχειριζόμαστε τα σκουπίδια μας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'economical' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a more economical [option, alternative], a [small, compact] economical car, (not) economical to [produce, operate, run], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση economical στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'economical'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης