eve

Listen:
 'eve', 'Eve': [ˈiːv]


Σε αυτή τη σελίδα: eve, Eve

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (night before)παραμονή ουσ θηλ
 It was the eve of her job interview, so Maria decided to get an early night.
 Ήταν η παραμονή μιας συνέντευξης για δουλειά, γι' αυτό και η Μαρία αποφάσισε να πάει νωρίς για ύπνο.
eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (day before)παραμονή ουσ θηλ
 Harry spent the eve of his birthday in a state of excitement.
 Ο Χάρι πέρασε την παραμονή των γενεθλίων σε κατάσταση ενθουσιασμού.
the eve of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (period prior to [sth](μεταφορικά)παραμονές ουσ θηλ πλ
 The eve of war was a time of fear and anticipation.
 Οι παραμονές του πολέμου ήταν μια περίοδος τρόμου και προσμονής.
eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary (evening)βράδυ ουσ ουδ
 The young man worked from morning to eve, without stopping for a moment.
 Ο νεαρός δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, χωρίς σταματημό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Bible: Adam's wife)Εύα ουσ θηλ κύρ
 Adam and Eve lived in the Garden of Eden before the Fall.
 Ο Αδάμ και η Εύα έζησαν στον Κήπο της Εδέμ πριν απ' την Πτώση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
eve | Eve
ΑγγλικάΕλληνικά
Christmas Eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Christianity: 24th December)παραμονή Χριστουγέννων ουσ θηλ
 Every Christmas Eve we go to church and sing hymns together.
 Κάθε παραμονή Χριστουγέννων πηγαίνουμε στην εκκλησία και ψάλλουμε ύμνους όλοι μαζί.
New Year's Eve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (31st December)παραμονή πρωτοχρονιάς φρ ως ουσ θηλ
 On New Year's Eve, a lot of people go to parties and let off fireworks. New Year's Eve is the 31st of December.
 Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς πολλοί πηγαίνουν σε πάρτι και ρίχνουν πυροτεχνήματα. Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς είναι στις 31 Δεκεμβρίου.
on the eve of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (the evening before) (κυριολεκτικά)την παραμονή ουσ θηλ
 When it began to rain on the eve of the festival we knew it would be a muddy mess.
 Όταν ξεκίνησε να βρέχει την παραμονή του φεστιβάλ ξέραμε ότι θα γινόμασταν χάλια.
on the eve of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (just prior to) (μεταφορικά)παραμονές ουσ θηλ πλ
 On the eve of his election, a scandal broke out.
 Τις παραμονές των εκλογών ξέσπασε σκάνδαλο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'eve' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: New Year's Eve [parties, celebrations, fireworks], a Christmas Eve [dinner, feast, party], on [Christmas, New Year's, Passover, Diwali] Eve, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eve στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'eve'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης