feeble

Listen:
 [ˈfiːbəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feeble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (weak: temporarily)αδύναμος επίθ
  που αισθάνεται ατονία, που αισθάνεται αδυναμία περίφρ
 Jim was feeling feeble after having the flu.
 Ο Τζιμ αισθανόταν αδύναμος μετά το κρυολόγημά του.
feeble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (weak, old)αδύναμος επίθ
  καχεκτικός επίθ
  ασθενικός επίθ
 The feeble old horse slowly wandered across the pasture.
 Το αδύναμο γέρικο άλογο περιπλανιόταν αργά στο λιβάδι.
feeble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (argument, reasoning)αδύναμος επίθ
  (μεταφορικά)φτωχός επίθ
 The politician's feeble argument did not convince voters.
 Το αδύναμο επιχείρημα του πολιτικού δεν έπεισε τους ψηφοφόρους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
feeble excuse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (not convincing)ανεπαρκής δικαιολογία επίθ + ουσ θηλ
  (μτφ, αποδοκιμασίας)φτηνή δικαιολογία επίθ + ουσ θηλ
 Ben offered a feeble excuse when his mom asked him why he was home so late.
feeble-minded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (dated: not intelligent)νοητικά καθυστερημένος επίρ + επίθ
feeble-minded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (foolish, stupid)ανόητος, χαζός επίθ
feeble-mindedness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inability to reason well)ανοησία ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)χαζομάρα, κουταμάρα ουσ θηλ
  (επίσημο)αβελτηρία ουσ θηλ
poor excuse,
feeble excuse
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(unconvincing attempt to justify)φτηνή δικαιολογία επίθ + ουσ θηλ
 He gave a poor excuse for his absence. Having a cold is a very poor excuse for missing five days of work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'feeble' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: too feeble to [withstand, walk, resist, make], am feeling feeble from the [heat, operation], is feeble in comparison to, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση feeble στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'feeble'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης