fencing

Listen:
 [ˈfɛnsɪŋ]


Του ρήματος: "to fence"

Present Participle: fencing
Σε αυτή τη σελίδα: fencing, fence

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fencing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: combat with a long blade)ξιφασκία ουσ θηλ
 Kate was involved in fencing at her university.
 Η Κέιτ έκανε ξιφασκία στο πανεπιστήμιό της.
fencing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (barrier: length of fence)περίφραξη ουσ θηλ
  φράχτης, φράκτης ουσ αρσ
 Forty feet of fencing hid the front of the property from view.
 Σαράντα πόδια περίφραξης έκρυβαν το μπροστινό μέρος του κτήματος από τα βλέμματα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fencing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (material for building fences)περίφραξη ουσ θηλ
  φράχτης, φράκτης ουσ αρσ
 Alison ordered some wooden fencing to enclose her garden.
fencing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (selling stolen goods)κλεπταποδοχή ουσ θηλ
 A member of the mafia was arrested for fencing.
 Ένα μέλος της μαφίας συνελήφθη για κλεπταποδοχή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (enclosure around property)φράχτης, φράκτης ουσ αρσ
  περίφραξη ουσ θηλ
 Josh built a fence around his garden.
 Ο Τζος έχτισε έναν φράχτη γύρω από τον κήπο του.
fence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (horse racing: obstacle) (ιππασία)φράχτης, φράκτης ουσ αρσ
  εμπόδιο ουσ ουδ
 The horse jumped the fence.
 Το άλογο πήδηξε τον φράχτη.
 Το άλογο πήδηξε το εμπόδιο.
fence viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sport) (άθλημα)ξιφομαχώ ρ αμ
 Erin fenced at a national competition.
 Η Έριν ξιφομάχησε σε έναν εθνικό αγώνα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: deals in stolen items)κλεπταποδόχος ουσ αρσ/θηλ
  (κατά λέξη)έμπορος κλοπιμαίων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The burglar took his loot to a fence.
fence viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (argue)τσακώνομαι ρ αμ
  φιλονικώ ρ αμ
 The two professors had been fencing over the subject for years.
 Οι δυο καθηγητές τσακώνονταν επί χρόνια για αυτό το ζήτημα.
fence [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stolen property)πουλάω, πουλώ ρ μ
  (κατά λέξη)πουλάω κλοπιμαία περίφρ
 The pawn shop fenced stolen goods.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
fencing | fence
ΑγγλικάΕλληνικά
verbal fencing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (argument, repartee)λεκτική αναμέτρηση επίθ + ουσ θηλ
  διαμάχη, αντιπαράθεση ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fencing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a fencing [match, tournament, competition], a fencing [coach, teacher, instructor], [thrusted, jabbed, swished] her fencing foil, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fencing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'fencing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης