flame

Listen:
 [ˈfleɪm]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flame nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire)φλόγα ουσ θηλ
 The candle's flame flickered.
 Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιζε.
flames nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (fire)φλόγες ουσ θηλ πλ
 Welcoming flames flickered in the hearth.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Μαρία χάζευε τις φλόγες που τρεμόπαιζαν στο τζάκι.
flame [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (attack: fellow internet user)προκαλώ ρ μ
Σχόλιο: Ο ελληνικός όρος είναι πιο γενικός και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε χρήστες του διαδικτύου.
 The gamer challenged another player who was flaming him to a duel.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flame nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (attack posted on internet)καυστικό σχόλιο, προκλητικό σχόλιο επίθ + ουσ ουδ
  πρόκληση ουσ θηλ
 I received hundreds of flames after I posted my message on the forum.
flame viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (burn, blaze)καίω ρ αμ
 The campfire flamed when the breeze started blowing.
flame viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (glow)καίω ρ αμ
  λάμπω, φεγγοβολώ ρ αμ
 A soft light flamed in the distance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
burst into flame,
burst into flames
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (catch fire)πιάνω φωτιά περίφρ
  τυλίγομαι στις φλόγες έκφρ
 The bus burst into flames, trapping the passengers inside.
 Το αυτοκίνητο τυλίχτηκε ξαφνικά στι φλόγες, παγιδεύοντας τους επιβαίνοντες.
flame retardant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire resistance)επιβραδυντικό φλόγας επίθ + ουσ θηλ
  φλογοεπιβραδυντικό επίθ ως ουσ ουδ
flame-retardant adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fire resistant)φλογοεπιβραδυντικός επίθ
old flame nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (ex-lover) (ερωτικός σύντροφος)πρώην επίθ ως ουσ αρσ/θηλ
 Ron hooked up with an old flame after his girlfriend dumped him.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'flame' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a flame [retardant, treater], the flame of a [burner, cooker, stove, lighter, match], turn the flame [up, down], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flame στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'flame'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: blind | fond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης