flare

Listen:
 [ˈflɛər]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (burst of light) (σύντομη)αναλαμπή ουσ θηλ
  λάμψη ουσ θηλ
  έκλαμψη ουσ θηλ
 There was a bright flare in the distance.
 Υπήρχε μια έντονη λάμψη στο βάθος.
flare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distress signal: flame)φωτοβολίδα ουσ θηλ
 The lost hiker shot a flare into the sky.
 Ο πεζοπόρος που χάθηκε έριξε μια φωτοβολίδα στον ουρανό.
flares nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (wide-bottomed trousers) (μεταφορικά: ρούχο)καμπάνα ουσ θηλ
  παντελόνι καμπάνα φρ ως ουσ ουδ
 Kate bought a pair of flares on sale.
 Η Κέιτ αγόρασε ένα παντελόνι καμπάνα στις εκπτώσεις.
flare viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (blaze brightly)λαμπαδιάζω ρ αμ
  βγάζω μια λάμψη περίφρ
  (φως)λάμπω, λαμποκοπώ ρ αμ
  (καθομ: φλόγα)φουντώνω ρ αμ
 The match flared when Jim struck it.
 Το σπίρτο λαμπάδιασε όταν το άναψε ο Τζιμ.
flare viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (violence: erupt)ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμ
 Armed conflict flared in the troubled country.
 Ένοπλες διαμάχες ξέσπασαν στην ταραγμένη χώρα.
flare viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (nostrils: open wide)διευρύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ανοίγω ρ αμ
 The horse was scared and its nostrils flared.
 Το άλογο φοβήθηκε και άνοιξαν τα ρουθούνια του.
flare viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (widen at one end) (στη μία άκρη)διευρύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ανοίγω ρ αμ
 The tube flares at one end.
 Ο σωλήνας ανοίγει στη μια άκρη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flare,
landing flare
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(aeronautic maneuver)οριζοντίωση ουσ θηλ
  τελική οριζοντίωση για την προσγείωση περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
flare gun nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (launches signal rocket)πιστόλι φωτοβολίδων φρ ως ουσ ουδ
flared jeans nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (wide-bottomed denim trousers) (φαρδιά μπατζάκια)τζιν καμπάνα, παντελόνι τζιν καμπάνα περίφρ
 Flared jeans are back in fashion this year.
flare up vi + adv (flame: blaze)φουντώνω ρ αμ
  αναζωπυρώνομαι ρ αμ
 The fire flared up after fire fighters thought it was extinguished.
 Η φωτιά φούντωσε αφότου οι πυροσβέστες νόμισαν ότι έσβησε.
flare up vi + adv figurative (condition: erupt, worsen) (μεταφορικά: υπάρχει ήδη)φουντώνω ρ αμ
  επιδεινώνομαι ρ αμ
  (τα συμπτώματα)επανεμφανίζομαι ρ αμ
  (για πρώτη φορά)εμφανίζομαι ρ αμ
 The shingles disease can flare up later in life for those who had chicken pox as a child.
 Ο έρπης ζωστήρας μπορεί να φουντώσει αργότερα σε εκείνους που πέρασαν ανεμοβλογιά στην παιδική τους ηλικία.
flare up vi + adv (skin: develop a rash)εμφανίζω εξανθήματα έκφρ
  (καθομιλουμένη)βγάζω σπυράκια, πετάω σπυράκια έκφρ
  γεμίζω σπυράκια έκφρ
  (λαϊκό)βγάζω σπιθουράκια έκφρ
 My skin flares up if I eat onions.
 Το δέρμα μου γεμίζει σπυράκια, άμα φάω κρεμμύδια.
flare up vi + adv figurative (violence trouble: erupt) (μεταφορικά)φουντώνω ρ αμ
  (μεταφορικά)εκρήγνυμαι ρ αμ
 Violence has flared up in the disputed territory.
 Η βία φούντωσε στην αμφισβητούμενη περιοχή.
flare up,
flare out
vi + adv
figurative (get angry) (μεταφορικά)φουντώνω ρ αμ
  θυμώνω ρ αμ
 He has such a bad temper that he flares up easily.
 Είναι τόσο οξύθυμος που θυμώνει εύκολα.
flare-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attack or outburst of a disease) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)φούντωμα ουσ ουδ
  (πιο γενικά, πιο επίσημο)επιδείνωση ουσ θηλ
  (των συμπτωμάτων)επανεμφάνιση ουσ θηλ
flare-up nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outburst of emotion, violence)έξαρση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλ
solar flare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (astronomy)ηλιακή έκλαμψη επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'flare' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [fired, used, shot] a flare gun, [an emergency, a smoke, a signal, a distress] flare, a flare of (bright) [blue, red, white] light, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flare στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'flare'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης