foolishly

Listen:
 [ˈfuːlɪʃli]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foolishly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (stupidly)βλακωδώς επίρ
  από ανοησία περίφρ
  (καθομιλουμένη)από βλακεία, από χαζομάρα περίφρ
 Marnie foolishly thought that her brother would solve all the problems.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'foolishly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση foolishly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'foolishly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: hurt | spot

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης