grate

Listen:
 [ˈgreɪt]


Σε αυτή τη σελίδα: grate, grate on

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (scraping sound)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The trash can grated as James dragged it to the street.
grate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (shred: cheese, vegetables)τρίβω ρ μ
 Kelsey always grates cheese onto her salad.
 Η Κέσλεϋ πάντα τρίβει τυρί πάνω στη σαλάτα της.
grate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be annoying)γίνομαι εκνευριστικός ρ έκφρ
  (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 The teacher had been talking for an hour, and her high-pitched voice was starting to grate.
 Η δασκάλα μιλούσε επί μία ώρα και η τσιριχτή φωνή της άρχιζε να γίνεται εκνευριστική.
grate on [sb],
grate with [sb]
vi + prep
figurative (annoy [sb](κάποιον)εκνευρίζω ρ μ
  (καθομ, μεταφορικά: κάποιου ή σε κάποιον)σπάω τα νεύρα έκφρ
 After a while, Laura's whining voice started to grate on Hanna. Incorrect use of grammar really grates with me.
 Μετά από λίγο, η γκρινιάρικη φωνή της Λώρας άρχισε να εκνευρίζει τη Χάννα.
 Η λάθος χρήση της γραμματικής πραγματικά μου σπάει τα νεύρα.
grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hole covering) (υπονόμου)σχάρα ουσ θηλ
 Cities with more rain always have more grates in the sidewalks than out here in the desert.
 Οι πόλεις με περισσότερη βροχή πάντα έχουν περισσότερες σχάρες στα πεζοδρόμια σε σχέση με εδώ πέρα στην έρημο.
grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fireplace) (εξάρτημα τζακιού)σχάρα ουσ θηλ
  (πιο απλά)τζάκι ουσ ουδ
 Anne's dad built a fire in the grate to heat up the house.
 Ο μπαμπάς της Άν άναψε μια φωτιά πάνω στη σχάρα για να ζεστάνει το σπίτι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (teeth: grind)τρίζω ρ μ
 Jenna always grates her teeth together when she's mad.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
grate | grate on
ΑγγλικάΕλληνικά
fireplace grate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal bars on a hearth)σχάρα τζακιού φρ ως ουσ θηλ
grate a bit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be slightly irritating)είμαι ελαφρώς εκνευριστικός ρ έκφρ
  είμαι ενοχλητικός ρ έκφρ
 After listening to him for an hour, his voice began to grate a bit.
grate on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (irritate)εκνευρίζω ρ μ
  (καθομ, μτφ: σε κπ)σπάω τα νεύρα έκφρ
  μου τη δίνει, μου τη σπάει έκφρ
  μου χτυπάει στα νεύρα, μου τη δίνει στα νεύρα έκφρ
 Her constant complaining grates on me.
 Τα συνεχή παράπονά του με εκνευρίζουν.
 Τα συνεχή παράπονά του μου σπάνε τα νεύρα.
 Τα συνεχή παράπονά του μου τη δίνουν.
 Τα συνεχή παράπονά του μου χτυπάνε στα νεύρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the grate over the [furnace, stove, fireplace], the [fireplace] grate, the grate was hot from the (burning) fire, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fill | kick

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης