griddle

Listen:
 [ˈgrɪdəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
griddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flat metal plate for cooking)μαγειρική πλάκα περίφρ
 A batch of pancakes was cooking on the cast-iron griddle.
griddle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cook on a griddle)ψήνω στην πλάκα περίφρ
 Tilly griddled the fritters for brunch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'griddle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση griddle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'griddle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης