grimace

Listen:
 [grɪˈmeɪs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grimace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (facial expression) (έκφραση του προσώπου)γκριμάτσα ουσ θηλ
 Donna didn't say anything, but her grimace expressed her displeasure.
grimace viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make a face)κάνω γκριμάτσα περίφρ
 Tony grimaced with pain when he stubbed his toe.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grimace' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grimace στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'grimace'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης