haughtiness

Listen:
 [ˈhɔːtɪnɪs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
haughtiness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disdainful attitude)υπεροψία, περιφρόνηση ουσ θηλ
 Whitney's haughtiness comes from her spoiled upbringing.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'haughtiness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση haughtiness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'haughtiness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης