huddle

Listen:
 [ˈhʌdəl]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
huddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (crowd closely)μαζεύομαι ρ αμ
  συγκεντρώνομαι ρ αμ
  (αρνητική έννοια)συνωστίζομαι, στριμώχνομαι ρ αμ
 The hikers huddled around the fire to keep warm in the sudden snowstorm.
 Οι πεζοπόροι μαζεύτηκαν γύρω από τη φωτιά για να ζεσταθούν κατά τη διάρκεια της ξαφνικής χιονοθύελλας.
huddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (close group, crowd)τσούρμο ουσ ουδ
 There was a huddle of people around the pin board where the new team roster was announced.
 Υπήρχε ένα τσούρμο ανθρώπων γύρω από τον πίνακα ανακοινώσεων όπου ανακοινώθηκε το ρόστερ της νέας ομάδας.
huddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (American football: talk strategy)σχηματίζω κύκλο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The team huddled while the opposing coach argued with the referee.
 Η ομάδα σχημάτισε κύκλο ενώ ο προπονητής της αντίπαλης ομάδας μάλωνε με τον διαιτητή.
huddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football: team gathering)κύκλος ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The players got into a huddle to discuss their options at halftime.
 Στο ημίχρονο, οι παίκτες σχημάτισαν κύκλο για να συζητήσουν τις επιλογές τους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
huddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (short conference)συμβούλιο ουσ ουδ
 The managers had a quick huddle to decide what to do with the applicant.
huddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have a short conference)μαζεύομαι, συναντιέμαι ρ αμ
  κάνω συμβούλιο περίφρ
 The project team huddled to discuss who would do what that day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
huddle up vi + adv (draw together)σχηματίζω ομάδα, στήνω πηγαδάκι έκφρ
 It was a cold night and the campers huddled up around the fire.
huddle up vi + adv (draw limbs close to body)κουλουριάζομαι, μαζεύομαι ρ αμ
 The little girl huddled up under the duvet and cried herself to sleep.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'huddle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: in a huddle formation, the team was in a huddle, the players were in a huddle, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση huddle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'huddle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης