inch

Listen:
 [ˈɪntʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measure: length)ίντσα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν χρησιμοποιείται στην Ελλάδα.
 The boy was about 10 inches tall when he was born.
 Το αγόρι είχε περίπου 10 ίντσες ύψος όταν γεννήθηκε.
inch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (small measurement) (μεταφορικά)περιθώριο ουσ ουδ
 Kate stood her ground and didn't give him an inch.
 Η Κέιτ υποστήριξε τις απόψεις της και δεν έδωσε καθόλου περιθώριο.
inch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (move slowly)προχωράω αργά ρ αμ + επίρ
 Karen inched over the ice carefully to avoid falling.
 Η Κάρεν προχώρησε αργά και προσεκτικά πάνω στον πάγο για να μην πέσει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (measure: volume)ίντσα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν χρησιμοποιείται στην Ελλάδα.
 It rained almost an inch last night.
inch,
inch of mercury
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(measure: pressure)ίντσα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν χρησιμοποιείται στην Ελλάδα.
 The air pressure rose about two inches today.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a half-inch,
half an inch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(measurement: half of one inch)μισή ίντσα επίθ + ουσ θηλ
a half-inch adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (half an inch in length)μισής ίντσας περίφρ
inch by inch advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in gradual stages)εκατοστό εκατοστό φρ ως επίρ
  σιγά σιγά φρ ως επίρ
 He moved along the wall inch by inch, afraid of falling off.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [24] -inch [table, gap, TV, screen], a [thirty-four] -inch waist, measures [six] inches, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'inch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης