infatuation

Listen:
 [ɪnˌfætjʊˈeɪʃən]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
infatuation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crush, lust)έρωτας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)ξεμυάλισμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά, αργκό)κόλλημα ουσ ουδ
 Karen's infatuation with the bartender was probably because of the alcohol, and not because she really liked him.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
infatuation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (with hobby) (μεταφορικά)αγάπη ουσ θηλ
  πάθος ουσ θηλ
 Ben had a new infatuation with carpentry, and made new furniture for himself.
infatuation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (object of infatuation)αντικείμενο του πόθου φρ ως ουσ ουδ
  (μεταφορικά, αργκό)κόλλημα ουσ ουδ
 Harry's infatuation took up most of his waking life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'infatuation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: don't understand your infatuation with, have never understood her infatuation with, his infatuation with [breasts, cars], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση infatuation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'infatuation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης