leap

Listen:
 [ˈliːp]


Του ρήματος: "to leap"

Απλός αόριστος: leapt, leaped
Παθητική μετοχή: leapt, leaped

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (jump)πήδημα, άλμα ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)πήδος ουσ αρσ
  σάλτο ουσ ουδ
 Sarah jumped over the stream with a leap.
 Η Σάρα πήδηξε πάνω από το ρυάκι με ένα σάλτο.
leap viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (jump)πηδάω, πηδώ ρ αμ
 Kyle leaped over the fence.
 Ο Κάιλ πήδηξε πάνω από τον φράκτη.
leap viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (attack)ορμάω, ορμώ ρ αμ
  χιμάω, χιμώ ρ αμ
  (πάνω σε κπ/κτ)πηδάω, πηδώ ρ αμ
  (ανεπίσημο)την πέφτω σε κπ/κτ έκφρ
 The lion leaped at the antelope.
 Το λιοντάρι όρμηξε στην αντιλόπη.
leap [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (jump over)πηδάω, πηδώ ρ μ
 The horse leaped the barrier and ran away.
 Το άλογο πήδηξε το φράγμα και δραπέτευσε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
leap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (career: advancement) (μεταφορικά)άλμα ουσ ουδ
 The promotion was a huge leap in David's career.
leap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (abrupt change)αύξηση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)εκτίναξη ουσ θηλ
  (μεταφορικά)άλμα ουσ ουδ
 There was a big leap in the company's stock prices this week.
leap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (action involving risk)ρίσκο ουσ ουδ
 The venture represents a bold leap for investors.
leap [sth] over [sth] vtr + prep (cause to jump over)περνάω κτ πάνω από κτ περίφρ
  κάνω κτ να περάσει πάνω από κτ, κάνω κτ να πηδήσει πάνω από κτ περίφρ
 The horseman leapt his horse over the gate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
jump to conclusions,
leap to conclusions
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(judge hastily)βγάζω βιαστικά συμπεράσματα έκφρ
 Stop leaping to conclusions about their relationship when you hardly even know them.
leap at the chance,
leap at the opportunity
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (seize the opportunity)αρπάζω την ευκαιρία περίφρ
 When he asked me if I'd like to go on holiday to Hawaii with him, I leapt at the chance.
leap at the chance to do [sth],
leap at the opportunity to do [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (seize an opportunity)αρπάζω την ευκαιρία να κάνω κτ περίφρ
 She leapt at the chance to perform with her favourite singer.
leap day,
Leap Day
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(29th February)29 Φεβρουαρίου περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Αποδίδεται με την ημερομηνία.
 People born on a leap day only get a birthday once every four years.
leap of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (act of blind trust) (μεταφορικά)άλμα πίστης ουσ ουδ
  τυφλή πίστη, τυφλή εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 Acceptance of the plan will require a leap of faith.
leap of the imagination,
leap of imagination,
imaginative leap
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (creative insight)νοητικό άλμα επίθ + ουσ ουδ
  (χρειάζεται, απαιτείται)πολλή φαντασία περίφρ
leap out vi + adv (jump out, emerge suddenly)ξεπηδώ, ξεπροβάλλω ρ αμ
leap out from [sth],
leap out of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(jump out, emerge from)εμφανίζομαι ρ αμ
  ξεπηδώ ρ αμ
  πηδάω έξω από κτ περίφρ
 The assassin leapt out from his hiding place.
leap out at [sb] vi phrasal + prep figurative (be obvious) (σκέψη, ιδέα)μου έρχεται, μου 'ρχεται έκφρ
  (ότι/πως)συνειδητοποιώ ρ αμ
  (αργκό)τρώω φλασιά έκφρ
 The detective was drinking his tea when suddenly the answer leaped out at him: the butler had done it.
leap up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (jump to one's feet)πηδώ, αναπηδώ ρ αμ
 When I saw the young mother leap up, I looked to see why.
leap up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (spring, jump)πηδώ, αναπηδώ, χοροπηδώ ρ αμ
leap year nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (year: February has 29 days)δίσεκτο έτος επίθ + ουσ ουδ
  δίσεκτο επίθ ως ουσ ουδ
 Leap year always falls in even years.
look before you leap interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" figurative (be aware of the risks involved in [sth])σκέψου το καλά πριν κάνεις κάτι περίφρ
 Thinking of investing in a new business? Look before you leap!
 Σκέφτεσαι να επενδύσεις σε μια νέα δουλειά; Σκέψου καλά πριν το κάνεις!
quantum jump,
quantum leap
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(physics: abrupt change in energy level of electron)κβαντικό άλμα επίθ + ουσ ουδ
quantum jump,
quantum leap
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (huge advance) (πρόοδος)τεράστιο άλμα επίθ + ουσ ουδ
  γιγάντιο άλμα επίθ + ουσ ουδ
running leap,
running jump
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(jump preceded by a run-up)άλμα με φόρα περιφρ
  (επίσημο)άλμα μετά φόρας φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'leap' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [this, next] year is a leap year, a [big, long, giant, great] leap, a leap of [seven] meters, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση leap στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'leap'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: taste | wing

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης