lease

Listen:
 [ˈliːs]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (property rental)ενοικιαστήριο, μισθωτήριο ουσ ουδ
  συμβόλαιο ουσ ουδ
 Karen moved into her new apartment the day after she signed the lease.
 Η Κάρεν μετακόμισε στο καινούριο της διαμέρισμα την επόμενη ημέρα μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου.
lease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hire of equipment, car)ενοικίαση ουσ θηλ
  μίσθωση ουσ θηλ
 Peter had a two-day lease on the digging equipment.
 Η μίσθωση του Πίτερ για τα σκαπτικά μηχανήματα ήταν διήμερη.
lease [sth],
lease out [sth],
lease [sth] out
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(property: rent out)ενοικιάζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)νοικιάζω ρ μ
  (επίσημο)εκμισθώνω ρ μ
 Chris doesn't live in his old flat anymore; he leases it out to make money.
 Ο Κρις δεν μένει πια στο παλιό του διαμέρισμα. Το νοικιάζει για να βγάλει χρήματα.
lease [sth] to [sb],
lease out [sth] to [sb],
lease [sth] out to [sb]
vtr + prep
(property: rent to [sb])νοικιάζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)ενοικιάζω κτ σε κπ, εκμισθώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Kyle leased his flat to his brother when he moved in with his girlfriend.
 Ο Κάιλ νοίκιασε το διαμέρισμά του στον αδερφό του όταν μετακόμισε στο σπίτι της κοπέλας του.
lease [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (car, equipment: hire)νοικιάζω ρ μ
  (επίσημο)μισθώνω ρ μ
 Tim leased a car at the airport.
 Ο Τιμ νοίκιασε ένα αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο.
lease [sth] to [sb],
lease out [sth] to [sb],
lease [sth] out to [sb]
vtr + prep
(hire [sth] out to [sb](κάτι σε κάποιον)νοικιάζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)ενοικιάζω κτ σε κπ, εκμισθώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Ben leased some equipment to a customer.
 Ο Μπεν νοίκιασε εξοπλισμό σε έναν πελάτη.
lease [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (property: rent)νοικιάζω ρ μ
  (επίσημο)μισθώνω ρ μ
 Kam leased a house with his two friends.
 Ο Καμ νοίκιασε ένα σπίτι με τους δύο φίλους του.
lease [sth] from [sb] vtr + prep (property: rent from [sb])νοικιάζω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)μισθώνω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 Frank leased a property from his uncle.
 Ο Φρανκ νοίκιασε ένα ακίνητο από τον θείο του.
lease [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (car, equipment: rent out)ενοικιάζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)νοικιάζω ρ μ
  (επίσημο)εκμισθώνω ρ μ
 The hardware store leases power tools.
 Το κατάστημα σιδηρικών νοικιάζει ηλεκτρικά εργαλεία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lease nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (length of time) (διάρκεια)ενοικιαστήριο, μισθωτήριο ουσ ουδ
  συμβόλαιο ουσ ουδ
 Dan had a six-month lease on his apartment.
lease [sth] from [sb] vtr + prep (car, etc.: hire [sth] from [sb])νοικιάζω κτ από κπ ρ μ
  (επίσημο)μισθώνω κτ από κπ ρ μ + πρόθ
 Ben leased a car from the dealership.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lease option nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (property scheme: rent-to-buy)σύμβαση μίσθωσης με δικαίωμα αγοράς περίφρ
new lease on life,
UK: new lease of life
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (fresh enthusiasm for living)νέα πνοή, όρεξη για ζωή έκφρ
 Losing all that weight gave me a new lease on life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lease' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sign the lease [contract, agreement], a [commercial, property, vehicle, land] lease, a [five] -year lease, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lease στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lease'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης