WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
multi-paragraph adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (across several paragraphs)σε πολλές παραγράφους, με πολλές παραγράφους περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση multi-paragraph στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'multi-paragraph'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: Intermediate+ Word of the Day: blind | fond

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης