Σε αυτή τη σελίδα: narrowed, narrow

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
narrowed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having become less wide)που τον έχουν στενέψει περίφρ
  στενεμένος μτχ πρκ
 The old man looked at Audrey through narrowed eyes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not wide)στενός επίθ
 The narrow road made passing other cars difficult.
 Ο στενός δρόμος δυσκόλευε τις προσπεράσεις.
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (limited in amount) (μεταφορικά)στενός επίθ
  περιορισμένος μτχ πρκ
 There are a narrow range of acceptable outcomes.
 Το εύρος των αποδεκτών αποτελεσμάτων είναι στενό (or: περιορισμένο).
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (of limited extent) (μεταφορικά)στενός επίθ
  περιορισμένος μτχ πρκ
 NASA had a narrow time period to launch the rocket.
 Η NASA είχε στενά χρονικά περιθώρια για να εκτοξεύσει τον πύραυλο.
 Η NASA είχε περιορισμένο χρόνο για να εκτοξεύσει τον πύραυλο.
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (limited in view)περιορισμένος μτχ πρκ
 Her interests are narrow, limited to science and logic.
 Τα ενδιαφέροντά της είναι περιορισμένα στις επιστήμες και τη λογική.
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (limited in scope) (μεταφορικά)στενός επίθ
  περιορισμένος μτχ πρκ
 The zealot has a narrow view of history.
 Ο ζηλωτής έχει στενή (or: περιορισμένη) αντίληψη της ιστορίας.
narrows nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (narrow part of a river, strait)στενό, στένωμα ουσ ουδ
 There are specialised pilots to guide boats through the narrows.
 Υπάρχουν εξειδικευμένοι καπετάνιοι που οδηγούν τα καράβια μέσα από τα στενά (or: στενώματα).
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
narrow adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (limited in resources) (μτφ, καθομιλουμένη)στενός επίθ
  περιορισμένος μτχ πρκ
  στενότητα ουσ θηλ
 Given our narrow resources, we vacation at home.
 Λόγω της στενής οικονομικής μας κατάστασης, θα κάνουμε διακοπές στο σπίτι.
 Λόγω περιορισμένων χρημάτων, θα κάνουμε διακοπές στο σπίτι.
 Λόγω οικονομικής στενότητας, θα κάνουμε διακοπές στο σπίτι.
narrow viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (decrease in width)στενεύω ρ μ
 The road narrows up ahead, becoming a single lane.
 Ο δρόμος στενεύει μπροστά και γίνεται μία λωρίδα.
narrow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make more narrow)περιορίζω ρ μ
  (σε φάρδος)στενεύω ρ μ
 He narrowed his search to a smaller area.
 Περιόρισε την έρευνά του σε μια μικρότερη περιοχή.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο δήμος θα στενέψει το πεζοδρόμιο και θα προσθέσει έναν ποδηλατόδρομο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση narrowed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'narrowed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης