notably

Listen:
 [ˈnəʊtəbli]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
notably advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (especially)ιδίως, ιδιαίτερα, κυρίως, ειδικά επίρ
 The candidate is very qualified in a lot of ways, notably that he worked for a competitor for three years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'notably' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: notably [small, large, peculiar, apprehensive, silent], a notably fine [meal, performance, speech], was notably lacking in [quality, number, quality], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση notably στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'notably'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης