notch

Listen:
 [ˈnɒtʃ]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
notch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in belt)τρύπα ουσ θηλ
 Paul had to let his belt out a few notches after dinner.
 Ο Πωλ έπρεπε να κουμπώσει τη ζώνη του μερικές τρύπες πιο πέρα μετά το βραδινό.
notch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cut, dent)εγκοπή ουσ θηλ
 Dan cut a notch into the board.
 Ο Νταν έκανε μια εγκοπή στη σανίδα.
notch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (level) (ανεπίσημο)κλικ ουσ ουδ άκλ
  (καθομ, μεταφορικά)σκαλί ουσ ουδ
  λίγο επίρ
  επίπεδο ουσ ουδ
 The coach decided to take the team's training up a notch.
 Ο προπονητής αποφάσισε να πάει την προπόνηση της ομάδας ένα κλικ πιο πέρα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
notch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indentation in arrow end)γλυφή ουσ θηλ
notch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create a notch) (κατά λέξη)κάνω εγκοπή σε κτ περίφρ
  σκίζω, χαράζω ρ μ
 Ben notched the tree to mark his height.
notch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (record with a notch)χαράζω ρ μ
  (κάνοντας εγκοπή)σημειώνω ρ μ
  (γραμμή)τραβάω ρ μ
 The prisoner notched yet another day on the wall of his cell.
notch [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (achieve, score)σημειώνω ρ μ
  πετυχαίνω ρ μ
 The young racehorse notched his fifth win today.
notch [sth] onto [sth] vtr + prep (arrow: fit to bowstring)βάζω το βέλος στο τόξο έκφρ
 Robin Hood notched another arrow onto his bow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
notch up [sth],
notch [sth] up
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(make score marks to count)σημειώνω πόντους, σημειώνω σκορ περίφρ
notch up [sth],
notch [sth] up
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (accumulate)κερδίζω ρ μ
  πετυχαίνω ρ μ
notch up [sth],
notch [sth] up
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (increase)μεγαλώνω ρ μ
  αυξάνω ρ μ
 The discovery of another dead body in chapter 2 serves to notch up the tension.
notch up vi + adv (increase slightly)ανεβαίνω ελαφρώς, αυξάνω ελαφρώς, αυξάνομαι ελαφρώς ρ αμ + επίρ
  (λόγιο)παίρνω την ανιούσα έκφρ
 The temperature has finally notched up a few degrees, now that spring is here.
 Τώρα που ήρθε η άνοιξη, η θερμοκρασία ανέβηκε, επιτέλους, ελαφρώς.
sight notch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of aiming system on a gun)στόχαστρο ουσ ουδ
  (κατά λέξη)στόχαστρο όπλου περίφρ
top-notch,
top notch,
topnotch
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal, figurative (very best, highest quality) (μεταφορικά)κορυφαίος επίθ
  άψογος, άριστος επίθ
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adj after a noun
 My wife's always given me top-notch support with my career. The service we receive at this hotel is always top notch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'notch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
In the English description:
Collocations: a top-notch [meal, performance, play], let's take it up a notch, it's time to take it up a notch, more...

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση notch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'notch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: own | rough

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης