omniscient

Listen:
 [ɒmˈnɪsɪənt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
omniscient adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (seeing everything)παντογνώστης επίθ
  (Θεός)πάνσοφος επίθ
  (σπάνιο)ο τα παν θωρά έκφρ
 Be careful of what you say and do; omniscient God is always watching.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση omniscient στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'omniscient'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: share | blind

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης