ooze

Listen:
 [ˈuːz]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ooze viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (flow slowly) (υγρά)στάζω, σταλάζω ρ αμ
  ρέω αργά, κυλώ αργά περίφρ
  (επίσημο)διαρρέω αργά περίφρ
 Acid is oozing from your car battery.
 Στάζει οξύ από την μπαταρία του αυτοκινήτου σου.
ooze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (exude slowly) (υγρά)στάζω ρ μ
  βγάζω ρ μ
 Adam's wounds kept on oozing blood despite my best efforts.
 Έβαλα τα δυνατά μου, αλλά οι πληγές του Άνταμ εξακολουθούσαν να βγάζουν αίμα.
ooze [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (exude, project) (επίσημο, μτφ)αποπνέω ρ μ
  (μεταφορικά)στάζω ρ μ
 Gary oozes confidence and charm.
 Ο Γκάρι αποπνέει αυτοπεποίθηση και γοητεία.
ooze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (slow flow) (αργή, σταγόνα σταγόνα)διαρροή ουσ θηλ
  στάξιμο, στάλαγμα ουσ ουδ
  υγρό ουσ ουδ
 I couldn't look at the bloody ooze coming from David's head injury.
 Δε μπορούσα να κοιτάω το υγρό από αίμα που έβγαινε από την πληγή στο κεφάλι του Ντέιβιντ.
ooze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick liquid)υγρό ουσ ουδ
  (κατά λέξη)παχύρρευστο υγρό που σταλάζει
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The pipe was blocked with the ooze from the overflowing septic tank.
 Ο σωλήνας έφραξε με το υγρό από την σηπτική δεξαμενή που υπερχείλισε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ooze away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (ebb, disappear) (μεταφορικά)χάνομαι ρ αμ
 Day by day, her life is slowly oozing away.
ooze away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (thick liquid: flow slowly away)τρέχω, κυλάω, ρέω ρ αμ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
ooze out vi + adv (flow slowly from)βγαίνω ρ αμ
  (καθομιλουμένη)τρέχω ρ αμ
 The cut to Sally's knee was deep, and blood was oozing out.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'ooze' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [steady, constant, thick] ooze, oozes [class, skill, elegance, charm, sex appeal], a [puddle, trickle, stream] of ooze, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ooze στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ooze'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης