pour

Listen:
 [ˈpɔːr]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pour [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drink: serve)σερβίρω ρ μ
  (πιο απλά)βάζω ρ μ
 Would you like me to pour the wine?
 Θα ήθελες να σερβίρω το κρασί;
pour [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (drink: serve [sb](κάτι σε κάποιον)βάζω ρ μ
  σερβίρω ρ μ
 She poured me a glass of water.
 Μου έβαλε ένα ποτήρι νερό.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο μπάτλερ τους σέρβιρε άλλο κρασί μαζί με το επιδόρπιο.
pour [sth] into [sth] vtr + prep (liquid: tip into [sth](κάτι σε κάτι)χύνω, ρίχνω ρ μ
  (αν δεν αφήσω καθόλου)αδειάζω ρ μ
 The chemist poured the liquid into the beaker.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Χύσε το μισό υγρό σε αυτό το μπουκάλι.
 Ο χημικός άδειασε το υγρό στο γυάλινο δοχείο.
pour [sth] into [sth] vtr + prep figurative (money, effort: give plentifully) (μεταφορικά: κτ σε κτ)ρίχνω ρ μ
 He poured all his money into renovating the house.
 Έριξε όλα του τα χρήματα στην ανακαίνιση του σπιτιού.
pour [sth] on [sth] vtr + prep (liquid: tip over)χύνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 I knocked the pitcher over and poured milk on the floor.
 Έριξα την κανάτα και έχυσα το γάλα στο πάτωμα.
pour viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (liquid: flow forth)ξεχύνομαι ρ αμ
 After the dam broke, the water just poured.
 Αφότου έσπασε το φράγμα το νερό απλά ξεχύθηκε.
pour viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (words: gush out)ξεχύνομαι ρ αμ
Σχόλιο: Followed by a preposition or adverb.
 Her feelings poured out of her.
 Τα συναισθήματά της ξεχύθηκαν από μέσα της.
pour viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (move in quantity) (βγαίνω έξω)ξεχύνομαι, χύνομαι ρ αμ
  βγαίνω τρέχοντας ρ αμ + μτχ ενεστ
  (συγκεντρώνομαι)συρρέω ρ αμ
 The crowd poured out of the burning building.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους για να γιορτάσει τη νίκη της εθνικής ομάδας.
 Το πλήθος βγήκε τρέχοντας από το φλεγόμενο κτίριο.
pour viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal, figurative (rain heavily)βρέχει καταρρακτωδώς ρ απρ + επίρ
  (καθομιλουμένη)βρέχει καρεκλοπόδαρα, ρίχνει καρεκλοπόδαρα έκφρ
  ρίχνει καρέκλες έκφρ
 It wasn't raining lightly; it was really pouring outside.
 Δεν ψιλόβρεχε έξω· πραγματικά έριχνε καρέκλες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pour [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (emit continuously)ρίχνω συνεχώς, ρίχνω ασταμάτητα ρ μ + επίρ
 Their machine guns were pouring bullets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
pour down vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (rain heavily) (βροχή)πέφτω καταρρακτωδώς ρ αμ
  (μεταφορικά)βρέχω καρέκλες, βρέχω καρεκλοπόδαρα έκφρ
 I hope you've got an umbrella, it's pouring down today!
 Ελπίζω να πήρες ομπρέλα, βρέχει καρεκλοπόδαρα σήμερα.
pour forth vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (gush)ξεχύνομαι ρ αμ
 Moses struck the rock with his staff, and water poured forth.
pour in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (arrive copiously) (μεταφορικά)συρρέω ρ αμ
 Letters of congratulations kept pouring in after our wedding.
 Μετά το γάμο μας συνέχισαν να συρρέουν ευχετήρια γράμματα.
pour off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (drain)στραγγίζω ρ μ
 Pour off the fat and add the garlic and onions.
pour [sth] out,
pour out [sth]
vtr + adv
(liquid: tip from a receptacle)βάζω ρ μ
  σερβίρω ρ μ
 Could you please pour out a glass of water for me?
 Μπορείς να μου βάλεις ένα ποτήρι νερό;
pour out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (gush forth)αναβλύζω ρ αμ
  (μεταφορικά)τρέχω ρ αμ
pour out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (people: exit en masse) (μεταφορικά)ξεχύνομαι ρ αμ
 After the movie, the people poured out of the movie theater into the streets.
 Μετά το τέλος της ταινίας οι άνθρωποι βγήκαν από το σινεμά και ξεχύθηκαν στους δρόμους.
pour out [sth],
pour [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (express freely) (μεταφορικά)ξεσπάω ρ αμ
  τα λέω χύμα, τα λέω έξω από τα δόντια, τα λέω χύμα και τσουβαλάτα έκφρ
 He often comes to me to pour out his troubles.
 Συχνά έρχεται σ' εμένα για να ξεσπάσει από τα προβλήματά του.
pour over vi + adv (gush over the edge)ξεχειλίζω ρ αμ
  πέφτω από ρ αμ
pour point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flow: lowest temperature)σημείο ροής φρ ως ουσ ουδ
pour sweat v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (perspire heavily)χύνω ιδρώτα περίφρ
  (καθομιλουμένη)ιδροκοπάω, ιδροκοπώ ρ αμ
pour your heart out,
pour your heart out to [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (confide in [sb](μεταφορικά)ανοίγω την καρδιά μου σε κπ έκφρ
 When she split up from her boyfriend, she poured her heart out to me.
pour-flush adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (toilet: flushed by pouring water in)με χειροκίνητο χύσιμο νερού περίφρ
  (καθομιλουμένη)με κουβά περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pour' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: pour [me, yourself] a drink, pour him a glass (of), pour water on [her, the plant, the stain], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pour στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pour'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: fear | spoil

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης