prevent

Listen:
 [prɪˈvɛnt]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prevent [sb] doing [sth],
prevent [sb] from doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(stop: [sb] doing [sth](κπ από το να κάνει κτ)αποτρέπω ρ μ
  (κπ να κάνει κτ)εμποδίζω ρ μ
 The police officer prevented her from entering the building.
 Ο αστυνομικός την απέτρεψε από το να μπει στο κτίριο.
prevent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stop: [sth] happening)αποτρέπω ρ μ
  προλαμβάνω ρ μ
 The vast majority of household accidents can easily be prevented.
 Η μεγάλη πλειοψηφία των οικιακών ατυχημάτων μπορεί εύκολα να αποτραπεί.
prevent [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (protect against: disease)προλαμβάνω ρ μ
 To prevent gingivitis, be sure to floss!
 Για να προλάβεις την ουλίτιδα πρέπει να χρησιμοποιείς νήμα!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'prevent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: prevent [a fire, disaster], prevent [a disease, an illness], prevent the spread of [disease] to [others, the rest of the body], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση prevent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'prevent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements

Word of the day: hurt | spot

Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης